Η πρόσφατη ανοίκεια, άκομψη και πέρα για πέρα άδικη και προσβλητική επίθεση της Ειρήνης Χαραλαμπίδου προς τη Στέλλα Σάββα την ώρα που η τελευταία συντόνιζε το debate του Νικόλα Παπαδόπουλου με τον πολιτικό προϊστάμενο της πρώτης Οδυσσέα Μιχαηλίδη, είναι ενδεικτική της ευθραυστότητας του μονόκερου που ονομάζουμε “αντικειμενική δημοσιογραφία”. Η υποψήφια με το ΑΛΜΑ πρώην βουλευτής του ΑΚΕΛ τουίταρε βλέποντας το debate ότι “Με αυτά που παρακολουθώ αυτή τη στιγμή πραγματικά μου λείπει η δεοντολογία, το επίπεδο, οι γνώσεις και η διαχείριση του Σωτήρη Παρούτη”. Αυτή η σύγκριση της Σάββα με έναν ομόσταυλό της συνάδελφο ήταν ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να κάνει, όχι μόνο μία πολιτικός προς μία λειτουργό του Τύπου αλλά ο οποιοσδήποτε σε έναν συνάνθρωπό του και μάλιστα όχι κάποιον με εξουσία αλλά μια σκληρά εργαζόμενη γυναίκα, απλή υπάλληλο σε έναν ιδιαίτερα ζόρικο και ανταγωνιστικό χώρο (που ΔΕΝ είναι ξένος προς την Ειρήνη η οποία πέρασε από αυτόν και θα έπρεπε να ξέρει καλύτερα πριν επιτεθεί). Το να λες στον άλλο δημόσια ότι είναι υποδεέστερος ενός άλλου με τον οποίο μάλιστα δουλεύει μαζί και τον βλέπει κάθε μέρα και δημόσια ώστε να το δει και το αφεντικό της, είναι το λιγότερο ποταπό, μικροπρεπές και ύπουλο χτύπημα κάτω από τη ζώνη. Μπορούσε να γράψει ότι διακόπτει διαρκώς τον Οδυσσέα, ότι δεν τον αφήνει να μιλήσει, ότι παραβιάζει τους κανόνες του debate, να μείνει δηλαδή σε χειροπιαστές, τεχνικές και εχμ debatable πτυχές της κριτικής. Αλλά όχι, προτίμησε προσωπική, απαξιωτική και γενικά ακυρωτική της δουλειάς και της προσωπικότητας της δημοσιογράφου επίθεση, όπως μόνο μία έμπειρη πολιτικός από θέση εξουσίας μπορεί να εξαπολύσει. Καμία δημοσιογραφική δουλειά δεν είναι στο απυρόβλητο (κρινόμαστε καθημερινά, νυχθημερόν και όχι με ιδιαίτερα κομψό τρόπο από ΟΛΟΥΣ) όμως σπάνια κάποιος μένει σ’ αυτή - οι περισσότεροι στοχεύουν στην καρωτίδα ακυρώνοντας τον δημοσιογράφο ως επαγγελματία αλλά και άνθρωπο.
Η αλήθεια είναι πως ένας δημοσιογράφος μπορεί να κάνει υποδειγματικό, έντιμο και αντικειμενικό ρεπορτάζ για 99 θέματα. Αν όμως το 100ό πατήσει λάθος κάλο, γίνεται “ανήθικος”, “πουλημένος”, “αναξιόπιστος”, “αντιδεοντολογικός” και “άχρηστος”. Προσέξτε, όχι το συγκεκριμένο -100ό- ρεπορτάζ που μπορεί όντως να είναι ελλειπές, κακογραμμένο ή τελείως λανθασμένο, αλλά το γαμημένο ΣΥΝΟΛΟ της δουλειάς του. Κανένας δημοσιογράφος δεν είναι ρομπότ ή αποστειρωμένος καταγραφέας γεγονότων, αποκομμένος από την ιδεολογία, τα βιώματα και τις ηθικές αξίες που κουβαλάει και παρεισφρέουν αναπόφευκτα και μέσα στη δουλειά του. Η αντικειμενικότητα υφίσταται μέχρι τη στιγμή που ένα γεγονός (π.χ. μια κραυγαλέα κοινωνική αδικία ή μια προσωπική ευαισθησία) τον αναγκάζει να πάρει θέση. Σε εκείνο το σημείο, η ανάγκη να λειτουργήσει ως άνθρωπος ή ως ακτιβιστής υπερισχύει του επαγγελματικού manual. Δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά ότι αυτό είναι 100% σωστό όμως είναι φυσιολογικό και ανθρώπινο. Αν σε ένα debate ο ένας από τους δύο λέει εξόφθαλμες μαλακίες ο δημοσιογράφος είναι υποχρεωμένος να τις επισημάνει και όχι να υποκριθεί ότι λένε και οι δύο μαλακίες στο όνομα μιας πλασματικής αντικειμενικότητας (βασικά ισαποστακισμός) που βασικά ευνοεί τον επιτήδειο. Επίσης πολλοί θεωρούν “αντικειμενικότητα” να αφήνει ο οικοδεσπότης τον ακροδεξιό βόθρο να ξερνάει μίσος και χολή σε βάρος ευάλωτων (και ανυπεράσπιστων κυρίως) ομάδων χωρίς αντίλογο. Φυσικά και ΔΕΝ είναι. Αφήνοντας το μίσος αναπάντητο, ουσιαστικά παίρνει θέση υπέρ του. Κι ας το κρύβει τεχνηέντως πίσω από την καραμέλα της “αμερόληπτης αντιμετώπισης”. Τα ΠΑΝΤΑ είναι θέση. Αυτά που ρωτάς, αυτά που ΔΕΝ ρωτάς, το “σούπερ” ή ο τίτλος, η τοποθέτηση στη σελίδα, η προώθηση, η συνοδευτική φωτογραφία ή απόσπασμα, το πως θα το πουλήσεις. Όλα. Και είσαι ΟΚ με αυτό μέχρι που.. δεν είσαι. Τόσο απλά.
Στο κυπριακό μιντιακό και πολιτικό οικοσύστημα, η αντικειμενικότητα συχνά συγχέεται λανθασμένα με τις ίσες αποστάσεις που αγγίζουν τα όρια της παθητικότητας. Όταν μια δημοσιογράφος επιλέγει να πιέσει, να διακόψει ή να ζητήσει επίμονα απαντήσεις (κάνοντας ουσιαστικά σωστά τη δουλειά της), η πολιτική πλευρά τείνει να μεταφράσει αυτή την πίεση ως “εχθρικά διακείμενη”, “επιθετική”, “υποβολιμαία” και “υποκειμενική”. Με άλλα λόγια, για τον πολιτικό, ο δημοσιογράφος σταματάει να είναι αντικειμενικός τη στιγμή που οι ερωτήσεις του γίνονται άβολες ή ξεφεύγουν από το προκαθορισμένο επικοινωνιακό του πλάνο.
Από την άλλη, δεν θα μπορούσα να μην χαμογελάσω συγκαταβατικά βλέποντας τη... συγκινητική ομολογουμένως συμπαράσταση προς τη Στέλλα Σάββα κομμάτων όπως το ΔΗΚΟ και ο ΔΗΣΥ με μακρά παράδοση στην απαξίωση, ισοπέδωση και εκφοβισμό δημοσιογράφων με αγωγές ή.. δαιμονικές απειλές. Εντάξει, το ξέρω ότι βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο όπου παραδοσιακά οι νοητικές αντιστάσεις του κοινού κάμπτονται, όμως το να κάνει υποδείξεις η Πινδάρου στον οποιοδήποτε για το πως να συμπεριφέρεται στους δημοσιογράφους ανακαλύπτει νέα βάθη στην υποτίμηση της νοημοσύνης - κι αρκετά υποφέρει η καημένη με τα όσα ακούει σ’ αυτές τις εκλογές. Ελπίζω η συνάδελφος να μην έδωσε και μεγάλη σημασία σ’ αυτή τη δακρύβρεχτη έκφραση συμπαράστασης προς το πρόσωπό της από κόμματα που απλά πρόσθεσαν ακόμα ένα βέλος κατά του Οδυσσέα στη φαρέτρα τους: Η “αγάπη” τους για τη δημοσιογραφική ακεραιότητα διαρκεί μέχρι την επόμενη λάθος ερώτηση στον Παπαδόπουλο ή την Αννίτα. Δεν θα τους μάθουμε τώρα και σίγουρα δεν έχουμε υποστεί ακόμα λοβοτομή ώστε να αρχίσουμε να τους πιστεύουμε κιόλας.
Κλείνοντας μια φιλική παρατήρηση προς το ΑΛΜΑ. Το περιστατικό με τη Σάββα, σε συνδυασμό με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό της αδελφής του Οδυσσέα, Αναστασίας Μιχαηλίδου προς τον παραιτηθέντα κοινοβουλευτικό συνεργάτη της υποψήφιας του ΑΛΜΑτος Ειρήνης Χαραλαμπίδου Ανδριανό Ροντρίγκεζ Χαραλάμπους (“ο στενός συνεργάτης που συντηρούσε τους ψυκτικούς νερού στο ΑΛΜΑ”) για τον οποίο αργότερα απολογήθηκε, δείχνει, εκτός από χαρακτήρα, και μία πρακτική που θυμίζει περισσότερο δόγμα Μπους (όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας - και διεφθαρμένος) και μια ανησυχητική εμμονή για τιμωρία και εκδίκηση παρά ειλικρινή προσπάθεια για απαλλαγή από τις παθογένειες που ταλανίζουν τον τόπο. Γιατί καλή η ρητορική κατά της διαφθοράς όμως η αλαζονεία ως γνωστόν είναι η μαμά της.