Η μάρτυρας, Χ.Κ., αφού διάβασε την κατάθεση που είχε δώσει το 2020 σε έναν εκ των ποινικών ανακριτών που διερευνούσαν την υπόθεση, ανέφερε κατά τη σημερινή δικάσιμο ότι, όταν ο Στυλιανός ήταν πέντε ετών και φοιτούσε στο νηπιαγωγείο, η ίδια συμμετείχε στην αξιολόγησή του μαζί με τη δασκάλα του και τη λογοθεραπεύτρια, στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για να διαπιστωθούν οι εκπαιδευτικές του ανάγκες. Μετά την αξιολόγηση, η Επαρχιακή Επιτροπή Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης αποφάσισε την παροχή ειδικής αγωγής στο παιδί για λίγες ώρες εντός της εβδομάδας.
Αφού άρχισε να αναλαμβάνει ώρες ειδικής αγωγής στο πρόγραμμά του, η μάρτυρας ανέφερε ότι η συμπεριφορά του Στυλιανού ήταν ιδιαίτερα έντονη μετά τα Σαββατοκύριακα, όταν ερχόταν στο σχολείο «πολύ αναστατωμένος». Περιέγραψε ένα παιδί που ήταν συνήθως «κατσουφιασμένο», δεν χαλάρωνε και «δεν ήταν χαμογελαστό», ενώ χρησιμοποιούσε εκφράσεις που, όπως είπε, δεν συνήθιζαν να χρησιμοποιούν παιδιά στην ηλικία του.
Μιλώντας για όσα της έλεγε για τον πατέρα του, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο Στυλιανός έλεγε «θα σφάξω τον παπά μου όπως σφάζει τες τσούρες», συνοδεύοντας τα λόγια του με χαρακτηριστική κίνηση. Όπως έδειξε στο Δικαστήριο, με το αριστερό χέρι κρατούσε το κεφάλι προς τα πίσω και με το δεξί έκανε κίνηση σαν να κρατούσε μαχαίρι και έκοβε τον λαιμό από αριστερά προς τα δεξιά.
Επίσης, όπως είπε, ο Στυλιανός της έλεγε «θα τον σκοτώσω όταν μεγαλώσω αν ξανακάνει τη μαμά μου να κλαίει». Όταν τον ρωτούσε τι είχε συμβεί, το παιδί δεν της απαντούσε.
«Όταν τον ρωτούσα τι έγινε, σταματούσε να μιλάει. Επέμενα αρκετές φορές με διάφορες ερωτήσεις, αλλά δεν απαντούσε», κατέθεσε.
Πρόσθεσε ότι τις Δευτέρες ερχόταν στο σχολείο ιδιαίτερα αναστατωμένος και, αφού τον φρόντιζε και τον καθάριζε, προσπαθούσε να συζητήσει μαζί του, ώστε να εκφράσει όσα τον απασχολούσαν.
«Θυμάμαι ότι το ένα μάθημα μας ήταν Δευτέρα πρωί. Έπρεπε όμως να πάμε πρώτα να πλύνουμε το πρόσωπο, να χτενιστούμε, να βγάλουμε τις τσίμπλες από τα μάτια, να καθαρίσουμε τη μύτη τους χειμερινούς μήνες και μετά να ξεκινήσουμε το μάθημα. Αυτό μου έμεινε γιατί γινόταν επανειλημμένα», ανέφερε.
Η μάρτυρας συμπλήρωσε, λέγοντας ότι «σχεδόν πάντα ήταν αφρόντιστος, λερωμένος», με αποτέλεσμα τα άλλα παιδιά να μη θέλουν να κάθονται μαζί του. Όπως είπε, «μύριζε έντονα», τα ρούχα του ήταν λερωμένα, είχε μαύρα νύχια και τα παπούτσια του μύριζαν πολύ έντονα.
Ανέφερε ότι στα διαλείμματα οι εκπαιδευτικοί προσπαθούσαν να τον εντάξουν στο παιχνίδι με τα άλλα παιδιά, χωρίς όμως πάντα να τα καταφέρνουν.
«Προσπαθούσαμε να μην είναι μόνο του το μωρό, να πείσουμε τα άλλα παιδιά να καθίσουν στο ίδιο παγκάκι, να παίξουν ένα παιχνίδι και αρνούνταν. Δεν μπορούσαμε να τα αναγκάσουμε. Κάποια παιδιά μας έλεγαν ότι μυρίζει άσχημα το παιδί. Αυτά τα άκουγε ο Στυλιανός, τα έλεγαν μπροστά του», σημείωσε.
Σε άλλο σημείο, η μάρτυρας αναφέρθηκε στη μητέρα του Στυλιανού, την οποία περιέγραψε ως «κουρασμένη γυναίκα» και τις περισσότερες φορές «θλιμμένη». Όπως είπε, η μητέρα του παιδιού της είχε αναφέρει ότι εργαζόταν πολλές ώρες στη φάρμα και ότι κατά τους χειμερινούς μήνες είχε μαζί της στο αυτοκίνητο το μικρότερο παιδί της, το οποίο τότε ήταν περίπου ενός με ενάμιση χρόνου, προκειμένου να ζεσταίνεται.
«Θυμάμαι να με είχε ρωτήσει 'γιατί το παιδί μου δεν περπάτησε ακόμα;' Και έτσι μου εκμυστηρεύτηκε οτι είχε το παιδί συνέχεια στο αυτοκίνητο για να ζεσταίνεται επειδή η ίδια δούλευε στη φάρμα. Εγώ της είπα να αραιώσει λίγο τη δουλειά και να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στο μικρό μωρό και στον Στυλιανό», συμπλήρωσε.
Η μάρτυρας περιέγραψε επίσης ένα «έντονο περιστατικό», όπως το χαρακτήρισε, που θυμόταν, όταν κατά τη διάρκεια του μαθήματος, ακούστηκαν φωνές από την τάξη του Στυλιανού. Όπως ανέφερε, το παιδί είχε ρίξει κάτω θρανία και καρέκλες, βιβλία συμμαθητών του και αντικείμενα που βρίσκονταν στην έδρα της δασκάλας, ενώ χρειάστηκε η παρέμβαση τριών ή τεσσάρων εκπαιδευτικών για να ηρεμήσει.
Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης σε δύο συναντήσεις που είχε με τον πατέρα του Στυλιανού όταν φοιτούσε στην Α’ Δημοτικού, λέγοντας ότι της προκαλούσε «φόβο». Σε μία από αυτές, οι εκπαιδευτικοί συζήτησαν μαζί του για τον χρόνο που περνούσε το παιδί στη φάρμα και την έκθεσή του σε σφαγή ζώων, με στόχο να περιοριστούν οι συγκεκριμένες δραστηριότητες.
Σε άλλη συνάντηση, όταν ο Στυλιανός εμφανιζόταν για κάποιες μέρες με εξανθήματα, οι εκπαιδευτικοί ζήτησαν να εξεταστεί η μεταφορά της οικογένειας από το σπίτι όπου κατοικούσε, λόγω των συνθηκών διαβίωσης. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο πατέρας αρχικά συμφώνησε, αλλά στη συνέχεια έστειλε μήνυμα μέσω της μητέρας «να το ξεχάσουμε».
Η μάρτυρας αναφέρθηκε στη συνέχεια σε πολυθεματική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2011 για τον Στυλιανό, λέγοντας ότι στη συγκεκριμένη συνάντηση η ίδια ανέφερε ότι ο Στυλιανός είχε πάει μια μέρα στο σχολείο με «χτύπημα στο κεφάλι με αίμα πηχτό». Παράλληλα, είχε αναφερθεί σε «σοβαρά θέματα παραμέλησης», καθώς και στις «αισχρολογίες» που χρησιμοποιούσε το παιδί, ενώ είχε σημειωθεί επίσης ότι ο πατέρας του, του έλεγε «να μην ακούει τη δασκάλα».
Στην ίδια συνάντηση, σύμφωνα με τη μάρτυρα, είχε αναφερθεί ότι ο Στυλιανός έλεγε πως είχε δει «άγρια σκυλιά να τρώνε ζωντανά κατσικάκια στη φάρμα του πατέρα του». Όπως ανέφερε, οι εκπαιδευτικοί είχαν διαπιστώσει ότι το παιδί δυσκολευόταν να διαχειριστεί όσα έβλεπε στη φάρμα, καθώς «τα μετέφερε και φαινόταν να τον αναστατώνουν».
Η αντεξέταση της μάρτυρος ορίστηκε για τις 2 Οκτωβρίου στις 09:30.
Η υπόθεση αφορά τη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, τον Σεπτέμβριο του 2019, με το Δικαστήριο να εξετάζει πιθανές ευθύνες τόσο εντός της οικογένειας, όσο και από πλευράς κρατικών υπηρεσιών.