Το κοίτασμα «Κρόνος», η προοπτική ανάπτυξης της «Αφροδίτης», οι σχεδιασμοί της ExxonMobil, ο Great Sea Interconnector, αλλά και οι κινήσεις της Τουρκίας στα κατεχόμενα, συνθέτουν ένα σκηνικό στο οποίο ενέργεια, γεωπολιτική και κυριαρχία γίνονται όλο και περισσότερο αλληλένδετες.
Για τη Λευκωσία, το μεγάλο στοίχημα είναι να μετατρέψει τις ενεργειακές ανακαλύψεις και τις σχεδιαζόμενες υποδομές σε πραγματικό στρατηγικό πλεονέκτημα. Την ίδια στιγμή, όμως, η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει τις δικές της ενεργειακές πραγματικότητες στην περιοχή, ενώ Αθήνα και Λευκωσία επενδύουν στη σύνδεση της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα.
Από τις ανακαλύψεις στην παραγωγή
Η Τελική Επενδυτική Απόφαση για το κοίτασμα «Κρόνος» αποτελεί ίσως την πιο χειροπιαστή ένδειξη ότι η κυπριακή ενεργειακή πολιτική περνά σε μια διαφορετική φάση.
Όπως υπογράμμισε ο Υπουργός Ενέργειας Μιχάλης Δαμιανός, για πρώτη φορά μια ανακάλυψη φυσικού αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ διανύει ολόκληρη τη διαδρομή από την έρευνα προς την εμπορική ανάπτυξη.
Εφόσον τα σημερινά χρονοδιαγράμματα τηρηθούν, το πρώτο φυσικό αέριο από τον «Κρόνο» αναμένεται το 2028, με την αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών της Αιγύπτου.
Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Αντί η Κύπρος να περιμένει την κατασκευή νέων, εξ ολοκλήρου κυπριακών υποδομών, επιλέγει έναν δρόμο που μπορεί να επιταχύνει την εμπορευματοποίηση των κοιτασμάτων και να περιορίσει το επενδυτικό ρίσκο.
Υπάρχει, ασφαλώς, κόστος. Η μεταφορά, η επεξεργασία και η υγροποίηση του φυσικού αερίου μέσω Αιγύπτου δεν είναι δωρεάν. Η κυβερνητική εκτίμηση, όμως, είναι ότι η συνολική εξίσωση παραμένει συμφέρουσα, κυρίως επειδή μειώνονται οι κεφαλαιουχικές ανάγκες και ο χρόνος που απαιτείται μέχρι το κυπριακό αέριο να φτάσει στην αγορά.
Και αυτό είναι κρίσιμο σε μια εποχή κατά την οποία η ενεργειακή αγορά μεταβάλλεται ταχύτατα και κανείς δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι ένα κοίτασμα που είναι εμπορικά ελκυστικό σήμερα θα έχει ακριβώς την ίδια αξία έπειτα από μία ή δύο δεκαετίες.
«Αφροδίτη» και ExxonMobil διευρύνουν το ενεργειακό παιχνίδι
Ο «Κρόνος», ωστόσο, αποτελεί μόνο ένα μέρος του σχεδιασμού.
Για την «Αφροδίτη», το υφιστάμενο χρονοδιάγραμμα τοποθετεί την Τελική Επενδυτική Απόφαση το 2027 και την έναρξη παραγωγής περίπου το 2030-2031. Παράλληλα, οι συνομιλίες Κύπρου και Ισραήλ για την εκκρεμότητα «Αφροδίτη»-«Ισάι» εμφανίζονται να βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επιλογές που εξετάζονται για τις ανακαλύψεις της ExxonMobil. Η Αίγυπτος παραμένει μια προφανής επιλογή λόγω υποδομών και αγοράς, ωστόσο στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και η λύση πλωτής μονάδας υγροποίησης φυσικού αερίου.
Εάν περισσότεροι από ένας ενεργειακοί σχεδιασμοί προχωρήσουν τελικά σε εμπορική παραγωγή, η σημασία τους για την Κύπρο δεν θα περιορίζεται στα κρατικά έσοδα.
Θα αφορά και την ενίσχυση των σχέσεων με μεγάλες ενεργειακές εταιρείες και χώρες με σημαντικό αποτύπωμα στην περιοχή, την προσέλκυση επενδύσεων και τη σταδιακή δημιουργία ενός δικτύου συμφερόντων γύρω από την κυπριακή ΑΟΖ.
Και εδώ ακριβώς η οικονομία συναντά τη γεωπολιτική.
Η Τουρκία δημιουργεί τη δική της ενεργειακή πραγματικότητα στα κατεχόμενα
Την ώρα που η Κυπριακή Δημοκρατία επιχειρεί να μετατρέψει τα κοιτάσματα και τις διεθνείς συνεργασίες της σε στρατηγικό κεφάλαιο, η Τουρκία ακολουθεί έναν παράλληλο σχεδιασμό στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού.
Η Λευκωσία κατήγγειλε στον ΟΗΕ το μνημόνιο για την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου μεταξύ Τουρκίας και κατεχομένων, υποστηρίζοντας ότι ένα τέτοιο έργο, χωρίς τη συγκατάθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβιάζει την κυριαρχία της.
Η διάσταση του ζητήματος δεν είναι μόνο ενεργειακή.
Ένας μόνιμος υποθαλάσσιος αγωγός θα αποτελούσε ακόμη μία υποδομή που θα συνέδεε το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου απευθείας με την Τουρκία. Για τη Λευκωσία, πρόκειται για μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής δημιουργίας τετελεσμένων, τα οποία με την πάροδο του χρόνου αποκτούν πρακτικό και πολιτικό βάρος.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και την προσφυγή στον ΟΗΕ. Η Κυπριακή Δημοκρατία επιχειρεί να καταστήσει το θέμα όχι μια διμερή διαφορά, αλλά ζήτημα κυριαρχίας και διεθνούς δικαίου.
Διαμορφώνεται έτσι μια ιδιότυπη ενεργειακή αντιπαράθεση: από τη μία η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία αναπτύσσει συνεργασίες με Αίγυπτο, Ισραήλ, Ελλάδα και διεθνείς ενεργειακούς κολοσσούς και, από την άλλη, η Τουρκία ενισχύει την ενεργειακή εξάρτηση και τη φυσική σύνδεση των κατεχομένων με την ίδια.
Το καλώδιο που είναι κάτι περισσότερο από ένα ενεργειακό έργο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα ο Great Sea Interconnector.
Η είσοδος του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου, όπως ανακοινώθηκε, προσθέτει μια νέα χρηματοδοτική και τεχνική διάσταση στο έργο, ενώ η επίσης γαλλική Nexans αναλαμβάνει την κατασκευή και πόντιση του καλωδίου.
Ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε την εξέλιξη ως ψήφο εμπιστοσύνης στις ενεργειακές υποδομές της Ελλάδας, αλλά για την Κύπρο η σημασία του έργου είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Εφόσον ολοκληρωθεί, η ηλεκτρική διασύνδεση θα βγάλει την Κυπριακή Δημοκρατία από την ενεργειακή απομόνωση και θα τη συνδέσει με το ελληνικό και, κατ' επέκταση, το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο.
Δεν πρόκειται επομένως απλώς για ένα καλώδιο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Πρόκειται για μια υποδομή που έχει ταυτόχρονα οικονομική, ενεργειακή και γεωπολιτική διάσταση.
Η σημασία αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής υπό το φως των ελληνοτουρκικών διαφορών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αναφερόμενος στις τουρκικές αντιδράσεις και στους ισχυρισμούς περί «γκρίζων ζωνών», έστειλε το μήνυμα ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματά της στη βάση του διεθνούς δικαίου, χωρίς οι απειλές ή οι διεκδικήσεις της Τουρκίας να καθορίζουν τις αποφάσεις της.
Το μήνυμα είναι πολιτικά σαφές: οι ενεργειακές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορούν να αποσυνδεθούν πλέον από τα ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το κρίσιμο ερώτημα για την ίδια την Κύπρο
Υπάρχει, ωστόσο, μια αντίφαση που η κυπριακή ενεργειακή πολιτική θα πρέπει να επιλύσει.
Η χώρα διαθέτει φυσικό αέριο στην ΑΟΖ της, σχεδιάζει εξαγωγές, προωθεί ηλεκτρική διασύνδεση με την Ευρώπη και επενδύει περισσότερο στις ανανεώσιμες πηγές και στην αποθήκευση. Την ίδια στιγμή, εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και να διαθέτει ένα απομονωμένο ηλεκτρικό σύστημα.
Γι' αυτό και η τοποθέτηση του Μιχάλη Δαμιανού ότι «η Κύπρος χρειάζεται και τα δύο» έχει ιδιαίτερη σημασία.
Οι εξαγωγές φυσικού αερίου μπορούν να δημιουργήσουν έσοδα και γεωπολιτικό βάρος, δεν λύνουν όμως αυτομάτως το πρόβλημα της εγχώριας ενεργειακής ασφάλειας ή του κόστους ηλεκτρισμού.
Αντίστοιχα, οι μπαταρίες μπορούν να περιορίσουν τις αποκοπές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και να προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία στο σύστημα, αλλά δεν μπορούν από μόνες τους να καταργήσουν την ενεργειακή απομόνωση της χώρας.
Η διασύνδεση και η αποθήκευση, επομένως, δεν αποτελούν αναγκαστικά δύο ανταγωνιστικές επιλογές. Το πραγματικό ζήτημα είναι κατά πόσο μπορούν να υλοποιηθούν με οικονομικά βιώσιμο τρόπο και να λειτουργήσουν συμπληρωματικά.
Από ενεργειακός θεατής σε παίκτη ... αλλά με δύσκολες αποφάσεις μπροστά
Οι τρεις εξελίξεις φωτίζουν τελικά την ίδια μεγάλη εικόνα.
Η Κύπρος επιχειρεί να περάσει από τη θεωρία της «ενεργειακής προοπτικής» στην εποχή των πραγματικών έργων. Ο «Κρόνος» μπορεί να γίνει το πρώτο κυπριακό κοίτασμα που περνά στην εμπορική ανάπτυξη. Η «Αφροδίτη» ακολουθεί. Οι ανακαλύψεις της ExxonMobil μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετες επιλογές. Ο Great Sea Interconnector φιλοδοξεί να συνδέσει ηλεκτρικά το νησί με την Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία δεν παρακολουθεί παθητικά αυτές τις εξελίξεις. Με τις κινήσεις της στα κατεχόμενα και τις αντιδράσεις της σε ενεργειακούς και θαλάσσιους σχεδιασμούς Ελλάδας και Κύπρου, επιχειρεί να διαμορφώσει τους δικούς της όρους στην περιοχή.
Γι' αυτό και το ενεργειακό στοίχημα της επόμενης δεκαετίας δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου βρίσκονται κάτω από τη θάλασσα.
Θα κριθεί από το ποιος κατασκευάζει υποδομές, ποιος δημιουργεί συμμαχίες, ποιος εξασφαλίζει χρηματοδότηση και ποιος κατορθώνει να μετατρέψει τα ενεργειακά σχέδια σε πραγματικότητα.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η ευκαιρία είναι μεγάλη. Μεγάλη, όμως, είναι και η ευθύνη: μετά από χρόνια ανακαλύψεων, εξαγγελιών και σχεδιασμών, η επόμενη περίοδος θα δείξει εάν η Κύπρος μπορεί πράγματι να μετατρέψει την ενέργεια από υπόσχεση σε οικονομικό και γεωπολιτικό πλεονέκτημα.