Ποιο κρασί είναι, λοιπόν, πιο κατάλληλο για το καλοκαίρι; Πόσες θερμίδες έχει ένα ποτήρι και πόσο μπορεί να επηρεάσει τον οργανισμό μας η κατανάλωση αλκοόλ μέσα στη ζέστη;
Ο διατροφολόγος Πάνος Πλατρίτης εξηγεί στο ThemaOnline τι πρέπει να γνωρίζουμε, επισημαίνοντας ότι, όπως και σε όλα τα τρόφιμα και ποτά, το σημαντικότερο είναι η ποσότητα και το μέτρο.
Λευκό και ροζέ για περισσότερη δροσιά
Από τα κλασικά είδη κρασιού, το λευκό και το ροζέ θεωρούνται πιο δροσερές επιλογές για το καλοκαίρι. Όπως εξηγεί ο κ. Πλατρίτης, αυτό σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη θερμοκρασία στην οποία σερβίρονται.
«Το κόκκινο λέμε ότι πάει περισσότερο τον χειμώνα, γιατί η θερμοκρασία που το σερβίρουμε είναι γύρω στους 14-16 βαθμούς, ενώ τα υπόλοιπα είναι γύρω στους 8-9 βαθμούς. Άρα είναι πιο παγωμένα και πιο δροσερά», σημειώνει.
Το ροζέ, όπως εξηγεί, προκύπτει από την εκχύλιση του κόκκινου σταφυλιού, με τη διαφορά ότι οι φλούδες δεν παραμένουν για τόσες ώρες όσο στην παραγωγή του κόκκινου κρασιού.
Στις καλοκαιρινές επιλογές προστίθενται και οι αφρώδεις οίνοι, οι οποίοι επίσης σερβίρονται παγωμένοι και μπορούν να καταναλωθούν ακόμη και πριν από το φαγητό, ως απεριτίφ.
Το λευκό και το ροζέ, από την άλλη, μπορούν να συνοδεύσουν κανονικά ένα γεύμα.
Πόσες θερμίδες έχει ένα ποτήρι κρασί;
Όταν μιλάμε για κρασί, σημαντικό ρόλο παίζει και η ποσότητα που καταναλώνουμε. Σύμφωνα με τον Πάνο Πλατρίτη, μια μικρομερίδα αντιστοιχεί περίπου στα 140 ml, ενώ υπάρχουν και μεγαλύτερα ποτήρια που φτάνουν περίπου τα 170 ml.
«Το θέμα είναι η ποσότητα», τονίζει, εξηγώντας ότι τα ξηρά κρασιά, είτε είναι λευκά, είτε ροζέ είτε κόκκινα, υπολογίζονται περίπου στη μία θερμίδα ανά ml.
Έτσι, ένα μικρό ατομικό μπουκαλάκι κρασιού των περίπου 187 ml αντιστοιχεί περίπου σε 187 θερμίδες.
Πόσο κρασί είναι «μέτρο»;
Για κάποιον που προσέχει τη διατροφή του, ο κ. Πλατρίτης συστήνει να υπάρχει περιορισμός στην ποσότητα, με περίπου μία μικρομερίδα για τις γυναίκες και 1-2 μικρομερίδες για τους άνδρες, με τη μικρομερίδα να υπολογίζεται περίπου στα 140 ml.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στα σάκχαρα, καθώς τα κρασιά διακρίνονται μεταξύ άλλων σε γλυκά, μέτρια προς γλυκά, ημίξηρα και ξηρά ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε σάκχαρα.
Το βασικό μήνυμα, ωστόσο, παραμένει ένα: μέτρο στην κατανάλωση.
Γιατί το αλκοόλ «χτυπά» περισσότερο στη ζέστη;
Το καλοκαίρι, δεν είναι μόνο η ποσότητα του αλκοόλ που πρέπει να μας απασχολεί, αλλά και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το καταναλώνουμε.
Όπως εξηγεί ο Πάνος Πλατρίτης, οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να κάνουν την επίδραση του αλκοόλ πιο έντονη. Παράλληλα, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να συμβάλει στην αφυδάτωση.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν κάποιος βρίσκεται σε περιβάλλον με υψηλές θερμοκρασίες, δεν καταναλώνει αρκετό νερό και παράλληλα πίνει μεγάλη ποσότητα κρασιού.
Σε τέτοιες συνθήκες, η κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να συνδεθεί με συμπτώματα όπως πονοκέφαλος, ημικρανία και ζάλη.
Ο κ. Πλατρίτης αναφέρεται επίσης στα θειώδη, τα οποία περιέχονται στο κρασί και σε ορισμένα άτομα μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις, ιδιαίτερα όταν η κατανάλωση είναι αυξημένη.
Με τι ταιριάζει κάθε κρασί;
Πέρα από τη θερμοκρασία σερβιρίσματος και τις θερμίδες, σημαντικό ρόλο παίζει και το τι θα βάλουμε στο πιάτο μας.
Αφρώδης οίνος: Μπορεί να συνδυαστεί με ψωμάκι και πάστα ελιάς, δροσερά λαχανικά ή ελαφριά και δροσερά ντιπ.
Λευκό κρασί: Ταιριάζει ιδιαίτερα με πιο όξινες γεύσεις, όπως μια σαλάτα με κοτόπουλο και βινεγκρέτ, αλλά και με θαλασσινά, γαρίδες, μύδια και στρείδια.
Ροζέ: Μπορεί να συνοδεύσει αλλαντικά, κριθαράκι και ελαφριές πάστες, αποφεύγοντας τις ιδιαίτερα βαριές επιλογές.
Κόκκινο κρασί: Ταιριάζει περισσότερο με πιο πλούσια και λιπαρά φαγητά, όπως steak, αρνάκι, μουσακά, κεφτέδες και γενικότερα μαγειρευτά πιάτα.
Το καλοκαιρινό ποτήρι θέλει μέτρο
Είτε πρόκειται για λευκό, ροζέ, αφρώδες ή κόκκινο κρασί, η επιλογή εξαρτάται τελικά τόσο από την περίσταση όσο και από το φαγητό που θα το συνοδεύσει.
Το καλοκαίρι, ωστόσο, χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στις ποσότητες και στην ενυδάτωση, καθώς η ζέστη σε συνδυασμό με το αλκοόλ μπορεί να επιβαρύνει περισσότερο τον οργανισμό.
Και όπως επισημαίνει ο Πάνος Πλατρίτης, το «κλειδί» είναι το μέτρο και η ποσότητα.