Από τον Ιούλιο του 2026 τίθεται σε εφαρμογή ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός, ο οποίος προβλέπει την επιβολή πάγιου δασμού για προϊόντα αξίας κάτω των 150 ευρώ, στο πλαίσιο της προσπάθειας της Ε.Ε. να αντιμετωπίσει φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού, να ενισχύσει την προστασία των καταναλωτών και να διασφαλίσει ότι τα προϊόντα που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά πληρούν τα απαιτούμενα πρότυπα ασφάλειας.
Μιλώντας στο ThemaOnline, η Νομική Σύμβουλος του Συνδέσμου Καταναλωτών, Βιργινία Χρίστου, εξήγησε ότι η νέα χρέωση θα εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα αφορά κατηγορίες ή υποκατηγορίες προϊόντων και όχι το σύνολο της παραγγελίας.
Όπως ανέφερε, ένας καταναλωτής που επιλέγει προϊόντα από διαφορετικές κατηγορίες ενδέχεται να επιβαρύνεται με ξεχωριστή χρέωση για καθεμία από αυτές.
«Περιμένουμε να δούμε πώς θα εφαρμοστεί πρακτικά το μέτρο, καθώς τα στοιχεία που έχουμε μέχρι στιγμής αφορούν χρεώσεις ανά υποκατηγορία προϊόντων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η κυρία Χρίστου υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί μέσω του συγκεκριμένου μέτρου να περιορίσει τη μαζική εισαγωγή προϊόντων από πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου εκτός Ευρώπης, καθιστώντας λιγότερο ελκυστικές τις αγορές χαμηλού κόστους.
«Η προσπάθεια γίνεται για να μειωθεί η εισαγωγή τέτοιων προϊόντων, γι’ αυτό επιλέχθηκε η υποκατηγορία προϊόντος, γιατί με αυτόν τον τρόπο παρεμποδίζεται ο καταναλωτής να προχωρήσει σε αγορά», σημείωσε.
Την ίδια ώρα, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο οι ίδιες οι εταιρείες να προσαρμόσουν την εμπορική τους πολιτική προκειμένου να διατηρήσουν το αγοραστικό ενδιαφέρον των καταναλωτών.
«Επειδή οι συγκεκριμένες πλατφόρμες παράγουν καθημερινά σωρεία νέων προϊόντων, ενδεχομένως να προχωρήσουν στο να μειώσουν ακόμη περαιτέρω τις τιμές ώστε να είναι ελκυστικές προς τον καταναλωτή και να μην φαίνεται τόσο πολύ η διαφορά στην τελική τιμή», εξήγησε.
Παράλληλα, η Νομική Σύμβουλος του Συνδέσμου Καταναλωτών επεσήμανε ότι ένα από τα ζητήματα που δυσκολεύουν την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων είναι το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες πλατφόρμες έχουν εδραιώσει την παρουσία τους στην ευρωπαϊκή αγορά εδώ και πολλά χρόνια. Όπως ανέφερε, έχουν αναπτύξει δίκτυα αποθηκών και συνεργασιών σε διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν προχωρήσει ακόμη και στη δημιουργία φυσικών σημείων παρουσίας.
Σύμφωνα με την ίδια, η ανάπτυξη υποδομών και δραστηριοτήτων εντός της Ε.Ε. ενδέχεται να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα των νέων χρεώσεων, καθώς οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται από εταιρείες εγκατεστημένες σε ευρωπαϊκό έδαφος διέπονται από διαφορετικό καθεστώς σε σχέση με τις απευθείας εισαγωγές προϊόντων από τρίτες χώρες.
Η κυρία Χρίστου αναφέρθηκε επίσης στις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο για ζητήματα προστασίας των καταναλωτών και ασφάλειας προϊόντων. Όπως σημείωσε, οργανώσεις καταναλωτών από διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και ο Σύνδεσμος Καταναλωτών Κύπρου, έχουν προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε καταγγελίες σχετικά με πρακτικές που εφαρμόζουν ορισμένες πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου.
«Η καταγγελία αφορά παραπλανητικές πρακτικές που ακολουθούν οι πλατφόρμες, παραβιάσεις της νομοθεσίας για τα δικαιώματα του καταναλωτή και ζητήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια προϊόντων», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, οι ανησυχίες επικεντρώνονται μεταξύ άλλων σε κατηγορίες προϊόντων όπως τα παιχνίδια που δεν πληρούν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές ασφαλείας, τα καλλυντικά που δεν φέρουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τα συστατικά τους, καθώς και είδη ρουχισμού στα οποία έχουν εντοπιστεί ουσίες που απαγορεύονται ή περιορίζονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Τέλος, η Νομική Σύμβουλος του Συνδέσμου Καταναλωτών, αναφέρθηκε σε φαινόμενα που έχουν καταγραφεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, όπου επιχειρήσεις φέρονται να μεταπωλούν προϊόντα προερχόμενα από τις συγκεκριμένες πλατφόρμες με διαφορετική εμπορική σήμανση και σε σημαντικά υψηλότερες τιμές. Αν και δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία για την Κύπρο, όπως διευκρίνισε, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο παρόμοιες πρακτικές να εμφανίζονται και στην τοπική αγορά.
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο αριθμός των μικροδεμάτων χαμηλής αξίας που εισέρχονται καθημερινά στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, με μεγάλο ποσοστό αυτών να προέρχεται από κινεζικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εκτιμά ότι η εφαρμογή των νέων τελωνειακών μέτρων θα συμβάλει στην ενίσχυση των ελέγχων, στην καλύτερη προστασία των καταναλωτών και στη δημιουργία πιο ισότιμων συνθηκών ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.