Ο αιτητής είχε συλληφθεί στις 20 Φεβρουαρίου 2026 ως ύποπτος για το αδίκημα του εμπρησμού και αρνήθηκε να συναινέσει στη λήψη βιομετρικών δεδομένων. Ωστόσο, η Αστυνομία προσέφυγε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το οποίο στις 24 Φεβρουαρίου εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η λήψη σάλιου, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων, καθώς και φωτογραφιών του αιτητή. Ο αιτητής συμμορφώθηκε αρχικά, αλλά στη συνέχεια ζήτησε την ακύρωση του διατάγματος μέσω προνομιακού εντάλματος «Certiorari».
Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε βάσει του άρθρου 25 των περί Αστυνομίας Νόμων, που επιτρέπει τη λήψη βιομετρικών δεδομένων με συναίνεση ή με δικαστικό διάταγμα. Ωστόσο, το Ανώτατο υπενθύμισε ότι η Οδηγία (ΕΕ) 2016/680, η οποία έχει ενσωματωθεί αυτούσια στο κυπριακό δίκαιο, απαιτεί αυστηρό έλεγχο αναγκαιότητας και αναλογικότητας.
Το Δικαστήριο παρέπεμψε στη νομολογία του ΔΕΕ, σημειώνοντας ότι πρέπει να εξετάζεται η «απόλυτη αναγκαιότητα» της συλλογής βιομετρικών και γενετικών δεδομένων, λαμβάνοντας υπόψη «τη φύση και τη σοβαρότητα της πιθανολογούμενης παράβασης» και «το ατομικό προφίλ του οικείου προσώπου».
Όπως αναφέρει το Ανώτατο, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν κατέγραψε οποιαδήποτε αιτιολογία ως προς το γιατί έκρινε αναγκαία και αναλογική τη λήψη των δεδομένων.
Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, το Ανώτατο εξήγησε ότι «ο δικαστής δεν ενεργεί μηχανικά σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη του τις συνέπειες του εντάλματος και να ικανοποιείται απόλυτα ότι υπάρχει τόσο η εύλογη υπόνοια όσο και η αναγκαιότητα».
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η δικαστική κρίση πρέπει να είναι εμφανής και όχι υποθετική. «Την εύλογη υποψία δεν την καθορίζει ο αστυνομικός ο οποίος προβαίνει στον Όρκο, αλλά τη διαπιστώνει ο δικαστής μετά από προσεκτική εξέταση όλων των στοιχείων, ούτως ώστε αν ήταν αναγκαίο να του ζητηθεί θα μπορούσε να υποδείξει με αιτιολογημένη απόφαση στο στάδιο εκείνο τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υπάρχει εύλογη υποψία. Ενεργώντας το Ανώτατο Δικαστήριο εκ των υστέρων για να κρίνει το θέμα, πρέπει και το ίδιο επομένως αντικειμενικά να καταλήξει σε εκείνο το συμπέρασμα».
Ακόμη, σημείωσε ότι η απουσία καταγεγραμμένης κρίσης δημιουργεί «αβεβαιότητα» κατά πόσο το Δικαστήριο προχώρησε στην απαραίτητη εκείνη νοητική διεργασία ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο εξέδωσε προνομιακό ένταλμα υπέρ του αιτητή και ακύρωσε το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με το οποίο επιτράπηκε η λήψη παρειακών επιχρισμάτων ήτοι σάλιου, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων καθώς και φωτογραφιών του αιτητή.
Όπως σημείωσε, «στην απουσία εκ μέρους του κατώτερου Δικαστηρίου κρίσης ότι η έκδοση του διατάγματος ήταν αναγκαία και αναλογική, απαραίτητη προϋπόθεση για τη νόμιμη έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 25 των περί Αστυνομίας Νόμων του 2004 έως 2023, η έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν ήταν νόμιμη και επομένως το διάταγμα εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας του κατώτερου Δικαστηρίου και θα πρέπει να ακυρωθεί».