Σύμφωνα με την ανάλυση της Γενικής Διεύθυνσης Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης, η παραγωγικότητα της εργασίας στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 0,8% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο του 2025, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να καταγράφονται στη Λιθουανία, την Πολωνία, την Κύπρο και τη Μάλτα.
Το ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ έφθασε σε ιστορικά υψηλό επίπεδο 76,3%, πλησιάζοντας τον στόχο του 78% έως το 2030. Εννέα κράτη μέλη πέτυχαν ή υπερέβησαν τους εθνικούς τους στόχους, ενώ οι μεγαλύτερες βελτιώσεις καταγράφηκαν στις γυναίκες ηλικίας 55-64 ετών.
Αντίθετα, η μεγαλύτερη επιδείνωση σημειώθηκε στις γυναίκες ηλικίας 15-24 ετών (-0.4%). Παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, οι προσδοκίες για την απασχόληση παρουσίασαν σημάδια σταθεροποίησης, με τον σχετικό δείκτη να αυξάνεται κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ Σεπτεμβρίου 2025 και Φεβρουαρίου 2026, παραμένοντας ωστόσο χαμηλότερος από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο.
Οι υψηλότερες προσδοκίες καταγράφηκαν στην Ελλάδα, την Ισπανία και τη Βουλγαρία, ενώ οι χαμηλότερες στο Βέλγιο, την Αυστρία και τη Γερμανία.
Η ανεργία διατηρήθηκε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, μειούμενη στο 6,0% το τέταρτο τρίμηνο του 2025 και στο 5,9% τον Φεβρουάριο του 2026, αν και μικρές αυξήσεις καταγράφηκαν για τους νέους ηλικίας 15-24 ετών και για άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας.
Το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας σταθεροποιήθηκε γύρω στο 2%, αντανακλώντας συνεχιζόμενες ελλείψεις εργατικού δυναμικού, κυρίως στον κατασκευαστικό τομέα και στις διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες.
Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,1% τον Φεβρουάριο του 2026, παρουσιάζοντας μικρή αύξηση σε σχέση με τον Ιανουάριο, ενώ οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις για τον Μάρτιο δείχνουν άνοδο στο 2,5%, κυρίως λόγω μεταβολών στο κόστος ενέργειας.
Παράλληλα, το πραγματικό ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1,1% το τρίτο τρίμηνο του 2025, με την αύξηση να στηρίζεται κυρίως στην άνοδο της αμοιβής των εργαζομένων, ενώ οι μειώσεις στα καθαρά κοινωνικά επιδόματα περιόρισαν τη συνολική αύξηση.
Η ανασκόπηση καταγράφει επίσης διαφορές στις προτεραιότητες των εργαζομένων ανάλογα με το επίπεδο εκπαίδευσης και την ηλικία. Οι εργαζόμενοι με χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην ασφάλεια και στις αποδοχές, ενώ όσοι διαθέτουν τριτοβάθμια εκπαίδευση αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στις ευκαιρίες μάθησης και στην ανάληψη πρωτοβουλιών.
Οι νεότεροι εργαζόμενοι δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη μάθηση, ενώ ζητήματα όπως οι αποδοχές και η ασφάλεια της εργασίας παραμένουν κοινές προτεραιότητες σε όλες τις ηλικιακές ομάδες.