Την ώρα που η πλειονότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκή Ένωση σημειώνει πρόοδο, η Κύπρος συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες όπου η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά διευρύνθηκε μέσα σε μία δεκαετία.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια πορεία έντονων διακυμάνσεων. Από το υψηλό 14,5 το 2009, το χάσμα περιορίστηκε σταδιακά μέχρι το 2014 (7,7 μονάδες), ακολούθησε όμως νέα ανοδική τάση, κορυφώθηκε εκ νέου την περίοδο της πανδημίας το 2020 (11,6) και, παρά τη μερική αποκλιμάκωση το 2023 (9,0), επανήλθε σε διψήφιο ποσοστό το 2024. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τις διαρθρωτικές δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην κυπριακή αγορά εργασίας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 2024 το ποσοστό απασχόλησης των ανδρών διαμορφώθηκε στο 80,8% και των γυναικών στο 70,8%, με το συνολικό χάσμα στην ΕΕ να ανέρχεται επίσης στις 10,0 ποσοστιαίες μονάδες — μειωμένο κατά 1,1 μονάδα σε σχέση με το 2014. Συνολικά, 22 κράτη-μέλη κατέγραψαν βελτίωση την τελευταία δεκαετία.
Τα μεγαλύτερα χάσματα εντοπίζονται στην Ιταλία (19,4 μονάδες), την Ελλάδα (18,8) και τη Ρουμανία (18,1). Στον αντίποδα, σχεδόν πλήρης ισορροπία καταγράφεται στη Φινλανδία (0,7), ενώ ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά εμφανίζουν η Λιθουανία (1,4) και η Εσθονία (1,7).
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η μεγαλύτερη μείωση δεκαετίας καταγράφηκε στη Μάλτα (-13,2 μονάδες), ενώ σημαντική πρόοδος σημειώθηκε και στο Λουξεμβούργο (-7,4) και την Τσεχία (-4,9). Αντίθετα, εκτός από την Κύπρο, αύξηση παρατηρήθηκε στη Βουλγαρία (+1,4), τη Ρουμανία (+0,6) και την Ιταλία (+0,5), ενώ στην Ελλάδα το χάσμα παρέμεινε στάσιμο.
Πέραν της ποσοτικής διαφοράς, τα δεδομένα καταδεικνύουν και ποιοτική ανισότητα: οι γυναίκες στην ΕΕ εργάζονται συχνότερα με καθεστώς μερικής απασχόλησης (27,8% έναντι 7,7% των ανδρών), με προσωρινές συμβάσεις (11,3% έναντι 8,9%) και αντιμετωπίζουν υψηλότερα ποσοστά υποαπασχόλησης (3,6% έναντι 1,6%).
Η εικόνα που διαμορφώνεται για την Κύπρο είναι σαφής: παρά τις κατά καιρούς βελτιώσεις, το έμφυλο χάσμα στην απασχόληση παραμένει επίμονο και, σε βάθος δεκαετίας, επιδεινώνεται σε αντίθεση με τη γενική ευρωπαϊκή τάση σύγκλισης.