Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση, η απόφαση του οίκου βασίζεται κυρίως στη δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας τα τελευταία χρόνια. Το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 3,8% το 2025, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση και στην ενίσχυση των εξαγωγών υπηρεσιών.
Ωστόσο, ως βασικός παράγοντας κινδύνου για την οικονομία της Κυπριακή Δημοκρατία καταγράφεται η κλιμάκωση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή, η οποία αυξάνει την αβεβαιότητα για τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της χώρας, λόγω και της γεωγραφικής εγγύτητάς της με την περιοχή. Ιδιαίτερα ευάλωτος ενδέχεται να αποδειχθεί ο τουριστικός τομέας, που τα τελευταία χρόνια αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας.
Παράλληλα, πιθανή διατήρηση των παγκόσμιων τιμών ενέργειας σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και κατ’ επέκταση την ιδιωτική κατανάλωση. Σύμφωνα με τον οίκο, το εύρος των πιθανών επιπτώσεων στην κυπριακή οικονομία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης στην περιοχή.
Παρά τους κινδύνους, η έκθεση επισημαίνει ότι η χώρα διαθέτει σημαντικά δημοσιονομικά αποθέματα, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως «μαξιλάρι» έναντι πιθανών αρνητικών εξελίξεων. Τα δημοσιονομικά ισοζύγια της γενικής κυβέρνησης καταγράφουν επαναλαμβανόμενα πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια, με το ετήσιο πλεόνασμα να διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 2,8% του ΑΕΠ για την περίοδο 2022–2025.
Η θετική αυτή επίδοση αποδίδεται τόσο στην αύξηση των δημοσίων εσόδων όσο και σε διαρθρωτικές βελτιώσεις, ενώ το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί σημαντικά, υποχωρώντας κάτω από το 60% του ΑΕΠ το 2025.
Στα θετικά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση περιλαμβάνονται επίσης η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση της κυβέρνησης, η βελτιωμένη κατάσταση του τραπεζικού τομέα και το σταθερό πολιτικό περιβάλλον στο εσωτερικό της χώρας. Παράλληλα, η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται σημαντικός παράγοντας στήριξης της ποιότητας των θεσμών, παρά το γεγονός ότι ορισμένοι δείκτες διακυβέρνησης παραμένουν χαμηλότεροι σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ.
Από την άλλη πλευρά, ο οίκος επισημαίνει ότι το μικρό μέγεθος της οικονομίας και η ισχυρή εξάρτησή της από τον τομέα των υπηρεσιών καθιστούν την Κύπρο πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Επιπλέον, ως προκλήσεις αναφέρονται το σχετικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Η επιβεβαίωση της αξιολόγησης, εν μέσω σοβαρών γεωπολιτικών εντάσεων στην ευρύτερη περιοχή, υπογραμμίζει – σύμφωνα με την έκθεση – τα ανθεκτικά θεμέλια της κυπριακής οικονομίας και την αξιοπιστία που έχει οικοδομήσει η χώρα στη διαχείριση προηγούμενων οικονομικών κρίσεων.
Σε γραπτή του δήλωση, ο Υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την επιβεβαίωση της επενδυτικής βαθμίδας «Α» και της σταθερής προοπτικής από τον οίκο DBRS Morningstar.
Όπως ανέφερε, η αξιολόγηση αυτή είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή. Ο ίδιος σημείωσε ότι οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης συνεχίζουν να εκφράζουν εμπιστοσύνη στην κυπριακή οικονομία, αναγνωρίζοντας τη δυναμική ανάπτυξη των τελευταίων ετών.
Ο κ. Κεραυνός υπογράμμισε επίσης ότι τα ισχυρά δημοσιονομικά αποθέματα της χώρας επιτρέπουν την αποτελεσματική αντιμετώπιση πιθανών επιπτώσεων από τις εξελίξεις στην περιοχή, επιβεβαιώνοντας την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στη συνετή και προληπτική οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.
Καταλήγοντας, ο Υπουργός Οικονομικών διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει την οικονομία με υπεύθυνο και ευέλικτο τρόπο, προωθώντας πολιτικές που ενισχύουν την ανάπτυξη και την απασχόληση, διατηρώντας παράλληλα τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη συνεχή μείωση του δημόσιου χρέους.