Οι δηλώσεις περί «αποφασιστικότητας» επαναλαμβάνονται με αξιοσημείωτη συνέπεια. Το ίδιο και η αδυναμία, να μετατραπούν σε αποτέλεσμα. Γιατί αν υπήρχε πραγματική σύγκρουση με το οργανωμένο έγκλημα, δεν θα το βρίσκαμε σήμερα παγιωμένο σε κάθε δραστηριότητα όπου κινείται χρήμα. Δεν θα μιλούσαμε για εκβιασμούς μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων σαν να τους ανακαλύψαμε τώρα.
Στην Κύπρο δεν υπήρξε ποτέ έλλειψη πληροφόρησης. Υπήρξε έλλειψη διάθεσης. Ο υπόκοσμος δεν έδρασε στο σκοτάδι. Έδρασε μπροστά στα μάτια ανυποψίαστων πολιτών, με εμπρησμούς, απειλές, «προστασία», έλεγχο της νυχτερινής ζωής και των παράνομων αγορών. Υποθέσεις που έκλεισαν πρόχειρα, έρευνες που δεν προχωρούσαν και μια Αστυνομία που συχνά έδειχνε να διαχειρίζεται το πρόβλημα, αντί να το αντιμετωπίζει.
Το αποτέλεσμα το βλέπουμε σήμερα. Εγκληματικές ομάδες πιο οργανωμένες, πιο βίαιες και πλέον με διεθνείς διασυνδέσεις. Κι ενώ το κράτος δυσκολεύεται να ελέγξει ακόμη και βαρυποινίτες που κινούν νήματα από τις φυλακές, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται αλλού- σε επικοινωνιακές εξαγγελίες και μέτρα στιγμιαίας εκτόνωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν πέρασε απαρατήρητη η δήλωση του προέδρου της ΙΣΟΤΗΤΑΣ, Νίκου Λοϊζίδη, ότι «προσέχουμε τους αστυνομικούς να μεν μας τους παίξουν». Μια φράση που αποτυπώνει την ουσία του προβλήματος: Αντί να συζητούμε πώς θα προστατευτεί η κοινωνία από το οργανωμένο έγκλημα, συζητούμε πώς θα αντέξει το σύστημα το βάρος των αποτυχιών του.
Οι πολίτες δεν ζητούν θαύματα ούτε επικοινωνιακού τύπου επιχειρήσεις λίγων ημερών. Ζητούν ένα κράτος που να δρα πριν η κατάσταση ξεφύγει, όχι μετά. Γιατί η αλήθεια είναι απλή και πλέον δύσκολα αμφισβητήσιμη: Το έγκλημα δεν αποθρασύνθηκε, από μόνο του. Απλώς, έμαθε για χρόνια, ότι κανείς δεν θα το ενοχλήσει σοβαρά.
Ε.Γ