Μια νεότερη μελέτη διερεύνησε υπό αυτό το πρίσμα τα οφέλη της διαλειμματικής νηστείας. Όπως συμπέραναν από τα πειράματά τους σε αρσενικά ποντίκια, ο συγκεκριμένος τύπος διατροφής ενίσχυσε σημαντικά τη σεξουαλική τους συμπεριφορά, μεταβάλλοντας τη χημεία του εγκεφάλου με τρόπους που ενισχύουν τα σεξουαλικά κίνητρα.
Ειδικότερα, οι ερευνητές από το Γερμανικό Κέντρο Νευροεκφυλιστικών Νοσημάτων και το Πανεπιστήμιο Επιστημών Υγείας και Αποκατάστασης της Κίνας ανακάλυψαν ότι τα ποντίκια που υποβλήθηκαν σε εναλλασσόμενες 24ωρες περιόδους σίτισης και ασιτίας διατήρησαν πολύ υψηλότερα ποσοστά αναπαραγωγικής επιτυχίας σε μεγάλη ηλικία σε σύγκριση με τα αντίστοιχα που τρέφονταν συνεχώς. Συγκεκριμένα, ενώ μόνο το 38% των ηλικιωμένων ποντικιών με απεριόριστη πρόσβαση σε τροφή αναπαράγονταν επιτυχώς, το αξιοσημείωτο 83% των ποντικιών παρέμειναν γόνιμα στην ομάδα που ακολούθησε τη διαλειμματική νηστεία.
Εν ολίγοις, η έρευνα υποδηλώνει ότι η χημεία του εγκεφάλου μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από τις φυσικές αναπαραγωγικές μετρήσεις όταν πρόκειται για τη διατήρηση της σεξουαλικής λειτουργίας με την ηλικία.
Ο κρίσιμος μηχανισμός
Αυτό που καθιστά τα ευρήματα σημαντικά δεν είναι μόνο η εντυπωσιακή διαφορά στην αναπαραγωγική επιτυχία, αλλά και ο μηχανισμός που κρύβεται πίσω από αυτήν. Πιο αναλυτικά, η νηστεία δεν βελτίωσε τους παραδοσιακούς δείκτες της αναπαραγωγικής υγείας, όπως τα επίπεδα τεστοστερόνης, τον αριθμό των σπερματοζωαρίων ή την ποιότητα του σπέρματος. Στην πραγματικότητα, τα ποντίκια στο σχήμα της νηστείας παρουσίασαν μεγαλύτερη μείωση του βάρους των όρχεων από τα ποντίκια που τρέφονταν συνεχώς. Το μυστικό της αναπαραγωγικής τους επιτυχίας βρισκόταν αποκλειστικά στη συμπεριφορά – τα ποντίκια που έμειναν νηστικά απλώς έδειχναν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για ζευγάρωμα.
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τους Δρ. Kan Xie, Yu Zhou και Dan Ehninger, εντόπισε μια σαφή χημική οδό για αυτή τη συμπεριφορική αλλαγή. Η γήρανση συνήθως αυξάνει τα επίπεδα σεροτονίνης στον εγκέφαλο, η οποία δρα ως σεξουαλικός αναστολέας. Η διαλειμματική νηστεία απέτρεψε αυτή την αύξηση της σεροτονίνης που σχετίζεται με την ηλικία, μειώνοντας την ποσότητα της πρόδρομης ουσίας της, του αμινοξέος τρυπτοφάνη, που είναι διαθέσιμη στον εγκέφαλο.
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί μέσω μιας μοναδικής μεταβολικής οδού. Όταν τα ποντίκια νηστεύουν και στη συνέχεια τρέφονται ξανά, οι σκελετικοί τους μύες αντλούν περισσότερη τρυπτοφάνη από την κυκλοφορία του αίματος. Με λιγότερη τρυπτοφάνη να κυκλοφορεί στο αίμα, λιγότερη περνάει στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα τη χαμηλότερη παραγωγή σεροτονίνης και κατά συνέπεια τη μικρότερη αναστολή της σεξουαλικής συμπεριφοράς.
Για να επιβεβαιώσουν τα ευρήματά τους, οι επιστήμονες χορήγησαν σε νηστικά ποντίκια έναν άμεσο πρόδρομο της σεροτονίνης που παρακάμπτει το στάδιο που περιορίζει τον ρυθμό της σύνθεσης της σεροτονίνης. Αυτό αντέστρεψε αμέσως τα συμπεριφορικά οφέλη, με τα ποντίκια που έλαβαν θεραπεία να εμφανίζουν μειωμένο σεξουαλικό ενδιαφέρον. Αυτό επιβεβαίωσε ότι η μειωμένη εγκεφαλική σεροτονίνη ήταν πράγματι υπεύθυνη για την ενισχυμένη σεξουαλική συμπεριφορά στα νηστικά ποντίκια.
Παρότι η μελέτη διεξήχθη σε ποντίκια, οι βασικές βιοχημικές οδοί που εμπλέκονται λειτουργούν παρόμοια στους ανθρώπους. Ο μεταβολισμός της τρυπτοφάνης και η σύνθεση της σεροτονίνης λειτουργούν μέσω συγκρίσιμων μηχανισμών σε όλα τα είδη θηλαστικών, γεγονός που υποδηλώνει το ενδεχόμενο παρόμοιων επιδράσεων στους ανθρώπους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα οφέλη δεν ήταν άμεσα, καθώς μια σύντομη παρέμβαση έξι εβδομάδων δεν βελτίωσε τη σεξουαλική συμπεριφορά. Οι αλλαγές απαιτούσαν πιο μακροπρόθεσμη προσαρμογή, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι μόνιμες τροποποιήσεις στη χημεία του εγκεφάλου χρειάζονται χρόνο για να αναπτυχθούν.
Πηγή: ygeiamou.gr