Στον Δημοκρατικό Συναγερμό, η λέξη «ενότητα» ακούγεται περισσότερο από κάθε άλλη τις τελευταίες ημέρες. Ωστόσο, πίσω από τις δημόσιες εκκλήσεις για συνεννόηση, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: πρόκειται για μια προσπάθεια να ξεπεραστεί η εσωκομματική κρίση ή για την αρχή μιας βαθύτερης αναμέτρησης σχετικά με την πολιτική κατεύθυνση της παράταξης;
Η απόφαση της Αννίτας Δημητρίου, στις 8 Οκτωβρίου, να αποσυρθεί από τη διεκδίκηση του χρίσματος για τις προεδρικές εκλογές του 2028 άλλαξε τα δεδομένα. Η ίδια παρουσίασε την επιλογή της ως προσωπική απόφαση, με γνώμονα την ενότητα του κόμματος, απορρίπτοντας δημοσίως τους ισχυρισμούς περί πιέσεων και εκβιασμών. Η αποχώρησή της, ωστόσο, δεν έκλεισε τη συζήτηση. Αντίθετα, έφερε στην επιφάνεια διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον του ΔΗΣΥ και τη σχέση του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη
Η απόφαση που δεν έλυσε το πρόβλημα
Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Αβέρωφ Νεοφύτου στις 27 Σεπτεμβρίου και η επακόλουθη πρόθεση της Αννίτας Δημητρίου, να διεκδικήσει το χρίσμα δημιούργησαν ένα πρωτόγνωρο σκηνικό για τη σημερινή ηγεσία της παράταξης. Η είσοδος του Γιώργου Παμπορίδη στην κούρσα, συμπλήρωσε την εικόνα μιας αναμέτρησης με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες.
Οι διαβουλεύσεις στην Πινδάρου, οδήγησαν τελικά στην αποχώρηση της προέδρου, ενώ ο Αβέρωφ Νεοφύτου και ο Γιώργος Παμπορίδης παρέμειναν στη διεκδίκηση. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε μια νέα ισορροπία: η Αννίτα Δημητρίου εξακολουθεί να ηγείται του κόμματος, αλλά δεν θα συμμετάσχει στην εσωκομματική διαδικασία που θα αναδείξει τον υποψήφιο για την Προεδρία.
Οι διαφορετικές περιγραφές της συνάντησης και οι δημόσιες τοποθετήσεις που ακολούθησαν, δείχνουν ότι η κρίση δεν εξαντλείται στην αποχώρηση ενός υποψηφίου. Ο Γιώργος Παμπορίδης, υποστήριξε ότι θα έπρεπε να είχε εξεταστεί και η αποχώρηση των δύο ανδρών, ενώ η Αννίτα Δημητρίου, επέμεινε ότι η δική της απόφαση, ήταν ελεύθερη και προσωπική.
Κερδισμένος ο Χριστοδουλίδης;
Το ερώτημα που προκύπτει είναι, εάν η εξέλιξη ευνοεί πολιτικά τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη, καθώς υπάρχουν δύο διαφορετικές αναγνώσεις.
Από τη μία πλευρά, η παρατεταμένη εσωκομματική αντιπαράθεση, δυσκολεύει τον ΔΗΣΥ, να εμφανιστεί με ενιαίο πολιτικό μήνυμα. Όσο η συζήτηση επικεντρώνεται στις σχέσεις των στελεχών και στις διαδικασίες επιλογής υποψηφίου, τόσο λιγότερος χώρος απομένει για την προβολή μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πρότασης, προς την κοινωνία. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Νίκος Χριστοδουλίδης, μπορεί να επωφεληθεί από την απουσία, ενός σαφούς και συνεκτικού αντιπάλου.
Από την άλλη πλευρά, μετά την αποχώρηση της Αννίτας Δημητρίου και εάν η διαδικασία ολοκληρωθεί με αποδεκτούς κανόνες και οι υποψήφιοι δεσμευτούν να σεβαστούν το αποτέλεσμα, ο ΔΗΣΥ μπορεί να διατηρήσει διακριτή πολιτική παρουσία απέναντι στην κυβέρνηση.
Συνεπώς, η κρίση ενδέχεται να προσφέρει στον Χριστοδουλίδη ένα πρόσκαιρο πολιτικό πλεονέκτημα, αλλά δεν προδικάζει την τελική στάση του ΔΗΣΥ. Αυτή, θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις των αρμόδιων κομματικών οργάνων και από το κατά πόσο, θα διαμορφωθεί κοινή γραμμή, για τις προεδρικές εκλογές.
Η παρέμβαση Ρότσα και η συζήτηση για στήριξη του Προέδρου
Ιδιαίτερη πολιτική σημασία, έχει η παρέμβαση του Χρίστου Ρότσα, ο οποίος επανέφερε ανοιχτά το ενδεχόμενο στήριξης του Νίκου Χριστοδουλίδη, από τον ΔΗΣΥ. Στις 8 Οκτωβρίου εισηγήθηκε να συγκληθεί το Πολιτικό Γραφείο και να επανεξεταστεί το χρονοδιάγραμμα επιλογής υποψηφίου, ώστε να δοθεί χρόνος στα μέλη, να εξετάσουν και άλλες επιλογές.
Ο Χρίστος Ρότσας, υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφωνίες με την κυβερνητική πολιτική, με εξαίρεση το ζήτημα του καλωδίου. Την επόμενη ημέρα επανήλθε ζητώντας την απόσυρση όλων των υποψηφίων, επικαλούμενος τον κίνδυνο διχόνοιας. Η παρέμβαση αυτή, μεταφέρει τη συζήτηση πέρα από την αντιπαράθεση Αβέρωφ- Παμπορίδη. Θέτει ευθέως το ερώτημα, εάν η αυτόνομη υποψηφιότητα του ΔΗΣΥ, αποτελεί αδιαπραγμάτευτη πολιτική επιλογή, ή εάν μπορεί να επανεξεταστεί στο όνομα της ενότητας και των πολιτικών συγκλίσεων με την κυβέρνηση.
Παράλληλα, οι δημόσιες τοποθετήσεις του Νίκου Τορναρίτη και η συζήτηση που προκάλεσε ο διορισμός του, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως ειδικού πολιτικού απεσταλμένου, ενίσχυσαν το ενδιαφέρον, γύρω από τις σχέσεις στελεχών του ΔΗΣΥ, με το Προεδρικό.
Συγκυβέρνηση: Πολιτική σύγκλιση ή αλλαγή στρατηγικής;
Το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης, ή ευρύτερης πολιτικής συνεργασίας με τον Νίκο Χριστοδουλίδη, αποτελεί διαφορετικό ζήτημα, από την επιλογή υποψηφίου, για τις προεδρικές εκλογές. Η συμφωνία σε επιμέρους πολιτικές, δεν συνεπάγεται αυτομάτως συμμετοχή στην κυβέρνηση, όπως και η στήριξη ενός υποψηφίου, δεν ισοδυναμεί κατ’ ανάγκην με συμφωνία συγκυβέρνησης.
Εάν, ωστόσο, η συζήτηση αυτή, αποκτήσει επίσημη διάσταση, ο ΔΗΣΥ θα κληθεί να απαντήσει, σε δύσκολα ερωτήματα. Ποιες πολιτικές θέσεις, τον χωρίζουν από την κυβέρνηση; Ποιες συγκλίσεις θεωρεί επαρκείς, για μια συνεργασία; Και με ποια διαδικασία θα λάβει μια απόφαση, που θα επηρεάσει την ταυτότητα και την πολιτική του αυτονομία;
Η μία προσέγγιση, υποστηρίζει ότι ο ΔΗΣΥ πρέπει να διεκδικήσει την εξουσία με δικό του υποψήφιο και συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα. Η άλλη, θεωρεί ότι οι συγκλίσεις με την κυβέρνηση, επιτρέπουν να εξεταστούν εναλλακτικές διαδρομές. Η διαφωνία, δεν είναι απλώς διαδικαστική. Αφορά το πώς, αντιλαμβάνεται η παράταξη τον ρόλο της, στο πολιτικό σύστημα και τη σχέση της, με την εκτελεστική εξουσία.
Το τραύμα του 2023 και η επόμενη ημέρα
Η σκιά των προεδρικών εκλογών του 2023, εξακολουθεί να επηρεάζει τις σημερινές εξελίξεις. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου, ως επίσημος υποψήφιος του ΔΗΣΥ, έμεινε τότε εκτός δεύτερου γύρου, ενώ ο Νίκος Χριστοδουλίδης εξελέγη Πρόεδρος ως ανεξάρτητος υποψήφιος. Το αποτέλεσμα, ανέδειξε τις δυσκολίες της παράταξης, να διατηρήσει ενιαία εκλογική βάση και άφησε ανοιχτή τη συζήτηση, για τη σχέση της, με στελέχη που ακολούθησαν διαφορετική πορεία.
Σήμερα, η πρόκληση είναι να αποφευχθεί η επανάληψη μιας εσωτερικής αντιπαράθεσης, που θα επισκιάσει την πολιτική ουσία. Η επιλογή υποψηφίου, θα πρέπει να συνοδευτεί από συγκεκριμένες θέσεις, για την οικονομία, το Κυπριακό, την καθημερινότητα και τις προοπτικές της νέας γενιάς. Διαφορετικά, η συζήτηση θα παραμείνει εγκλωβισμένη στα πρόσωπα, στις ισορροπίες και στις παρασκηνιακές συνεννοήσεις.
Το χρονοδιάγραμμα της εσωκομματικής διαδικασίας και η στάση των δύο υποψηφίων -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- που παραμένουν στην κούρσα, θα αποτελέσουν την επόμενη δοκιμασία για την ηγεσία. Εξίσου σημαντικό, θα είναι το κατά πόσο, όλοι θα αποδεχθούν το αποτέλεσμα και θα εργαστούν, για μια κοινή πολιτική κατεύθυνση.
Η αποχώρηση της Αννίτας Δημητρίου, δεν έδωσε οριστική απάντηση στα ερωτήματα που απασχολούν τον ΔΗΣΥ. Αντίθετα, ανέδειξε ότι η συζήτηση, αφορά πλέον δύο επίπεδα: ποιος θα διεκδικήσει την Προεδρία και ποια σχέση θα επιλέξει να έχει η παράταξη με την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη.
Το πραγματικό διακύβευμα για την Πινδάρου, δεν είναι μόνο η επιλογή ενός υποψηφίου. Είναι εάν, θα καταφέρει να συμφωνήσει σε μια σαφή πολιτική πρόταση, να διασφαλίσει αξιόπιστες εσωκομματικές διαδικασίες και να αποφασίσει με διαφάνεια, εάν η επόμενη ημέρα, θα στηριχθεί στην αυτόνομη πορεία, ή σε μια νέα μορφή πολιτικής συνεργασίας. Η απάντηση, θα κρίνει όχι μόνο τη στρατηγική του κόμματος για το 2028, αλλά και τον ρόλο, που θα επιδιώξει να διαδραματίσει στο πολιτικό σκηνικό της Κύπρου.


