Ο Τζόνσον φαίνεται να ανήκει στους λεγόμενους «natural short sleepers»: ανθρώπους με εκ φύσεως μικρότερη ανάγκη για ύπνο. Η περίπτωσή τους ενδιαφέρει τους επιστήμονες επειδή μπορεί να φωτίσει ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό: πώς καθορίζει ο εγκέφαλος πόση ξεκούραση χρειάζεται;
Όπως εξηγούν οι ειδικοί στο National Geographic, πρόκειται για περιστασιακή εξαίρεση. Για τους περισσότερους ενηλίκους, τέσσερις έως έξι ώρες δεν επαρκούν. Η Αμερικανική Ακαδημία Ιατρικής Ύπνου συστήνει τουλάχιστον επτά ώρες σε τακτική βάση, αναγνωρίζοντας τις ατομικές διαφορές.
Λίγες ώρες, ακόμη και χωρίς ξυπνητήρι
Η Ying-Hui Fu, καθηγήτρια Νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο, μελετά εδώ και δεκαετίες οικογένειες που κοιμούνται πολύ λιγότερο από το συνηθισμένο, χωρίς τις εμφανείς επιπτώσεις της στέρησης ύπνου.
Όπως αναλύει, οι άνθρωποι αυτοί σηκώνονται μόνοι τους έπειτα από τέσσερις έως έξι ώρες, δεν βασίζονται στην καφεΐνη για να παραμείνουν σε εγρήγορση και διατηρούν το ίδιο μοτίβο ακόμη και στις διακοπές.
Ο Τζόνσον και αρκετοί συγγενείς του φέρουν μια σπάνια παραλλαγή στο ADRB1, γονίδιο που συμμετέχει στη ρύθμιση του ύπνου και της εγρήγορσης. Σύμφωνα με τους ειδικούς, έχουν εντοπιστεί περίπου 50 οικογένειες με γενετικές μεταβολές που συνδέονται με τη μειωμένη ανάγκη ανάπαυσης.
Όταν παύουμε να αναγνωρίζουμε την κούραση
Πολύ συχνότερη είναι η περίπτωση των ανθρώπων που περιορίζουν την ξεκούραση τους λόγω υποχρεώσεων και θεωρούν ότι έχουν προσαρμοστεί. Η αίσθηση ότι «τα καταφέρνουν», όμως, δεν αποδεικνύει ότι ξεκουράζονται αρκετά.
«Οι άνθρωποι δεν είναι καλοί στο να εκτιμούν πόσες ώρες χρειάζονται», επισημαίνει η Elizabeth B. Klerman, καθηγήτρια Νευρολογίας στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και ερευνήτρια στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης.
Σε μελέτη που συνυπέγραψε, νεαροί ενήλικες κοιμήθηκαν περισσότερο όταν τους δόθηκε μεγαλύτερο περιθώριο παραμονής στο κρεβάτι, ένδειξη ότι το καθημερινό τους πρόγραμμα άφηνε συσσωρευμένο έλλειμμα ύπνου. «Η ανησυχία έγκειται στο ότι δεν αναγνωρίζουν πως κοιμούνται πολύ λίγο επειδή “δεν αισθάνονται κουρασμένοι”», τονίζει. «Μπορεί να έχουν ξεχάσει πώς είναι να βρίσκονται πραγματικά σε εγρήγορση ή να καλύπτουν την κούραση με καφεΐνη».
Σημειώνεται πως η χρόνια ανεπαρκής διάρκεια ανάπαυσης έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, διαβήτη και στεφανιαίας νόσου.
Τι αναζητούν οι επιστήμονες στα γονίδια
Το 2009, η Δρ. Fu και ο συνεργάτης της, Δρ. Louis Ptáček, εντόπισαν μια παραλλαγή στο γονίδιο DEC2 που συνδέθηκε με τη μειωμένη ανάγκη ύπνου. Ακολούθησαν ευρήματα για άλλα γονίδια, τα οποία εμπλέκονται σε διαφορετικές πλευρές της ρύθμισής του. Παραμένει άγνωστο αν οι άνθρωποι αυτοί ολοκληρώνουν ταχύτερα τις λειτουργίες αποκατάστασης της ανάπαυσης ή αν ο οργανισμός τους έχει διαφορετικές ανάγκες εξαρχής.
Η Chiara Cirelli, ερευνήτρια ύπνου στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν–Μάντισον, αναφέρεται σε ενδείξεις ότι ορισμένοι διατηρούν τον βαθύ ύπνο βραδέων κυμάτων, παρότι κοιμούνται συνολικά λιγότερο. Μια υπόθεση είναι ότι ο εγκέφαλός τους εκτελεί αποτελεσματικότερα την αναπροσαρμογή των συνδέσεων μεταξύ των νευρικών κυττάρων, διαδικασία γνωστή ως συναπτική ομοιόσταση. Η υπόθεση αυτή, όμως, δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Πόσες ώρες χρειαζόμαστε, τελικά;
Ο Thomas E. Scammell, καθηγητής Νευρολογίας στο Χάρβαρντ και ειδικός στην ιατρική του ύπνου, διευκρινίζει ότι δύο μηχανισμοί επηρεάζουν το πότε κοιμόμαστε: το κιρκάδιο ρολόι, που συντονίζει τον ημερήσιο κύκλο, και η υπνηλία, η οποία αυξάνεται όσο παραμένουμε ξύπνιοι.
Η αλληλεπίδρασή τους ερμηνεύει γιατί, έπειτα από ένα ξενύχτι, μπορεί να αισθανόμαστε εξαντλημένοι τα ξημερώματα αλλά προσωρινά πιο δραστήριοι το πρωί. Το βιολογικό σήμα εγρήγορσης ενισχύεται, χωρίς να έχει απαραίτητα καλυφθεί η ανάγκη για ανάπαυση.
Για μια πρώτη εικόνα των προσωπικών αναγκών, ο Scammell προτείνει να παρατηρήσουμε πόσο κοιμόμαστε όταν, για τουλάχιστον τρεις νύχτες, δεν χρησιμοποιούμε ξυπνητήρι. Αν κάποιος που συνήθως κοιμάται έξι ώρες εξακολουθεί την τρίτη νύχτα να κοιμάται οκτώ, η μεγαλύτερη διάρκεια ενδέχεται να βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που χρειάζεται.
Για τη Δρ. Fu, η μελέτη αυτών των σπάνιων περιπτώσεων μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση του ύπνου για περισσότερους ανθρώπους. Μέχρι να κατανοηθούν οι μηχανισμοί τους, το ότι κάποιος αντέχει μια ημέρα με λίγες ώρες ανάπαυσης δεν αρκεί για να συμπεράνει ότι αυτές του φτάνουν.
Πηγή: ygeiamou.gr