Σε ανακοίνωσή της, με αφορμή πρόσφατα ερωτήματα που έχουν δημοσιοποιηθεί ως προς το κατά πόσον το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει τη δημοσιοποίηση τέτοιων στοιχείων, η Επίτροπος αναφέρει ότι λαμβάνονται υπόψη το στάδιο της υπόθεσης, ο σκοπός της δημοσιοποίησης και η αρμοδιότητα του φορέα που προβαίνει σε αυτήν. Ιδιαίτερη σημασία, προσθέτει, έχει σε κάθε στάδιο η προστασία της ταυτότητας του θύματος.
Ειδικότερα, κατά τη διερεύνηση ποινικής υπόθεσης, η Αστυνομία δύναται, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, να δημοσιοποιήσει στοιχεία υπόπτου για σκοπούς εντοπισμού ή σύλληψής του ή για τη συλλογή πληροφοριών από το κοινό. Η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται με βάση τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και το ζήτημα ρυθμίζεται από Αστυνομική Διάταξη που εκδίδεται δυνάμει του περί Αστυνομίας Νόμου.
Παράλληλα, θα πρέπει να συνεκτιμάται κατά πόσον η δημοσιοποίηση των στοιχείων του υπόπτου ενδέχεται να οδηγήσει, άμεσα ή έμμεσα, στην ταυτοποίηση του θύματος, ιδίως όταν πρόκειται για ανήλικο.
Σε ό,τι αφορά τη δημοσίευση καταδικαστικής απόφασης για αδικήματα σεξουαλικής φύσεως, η Επίτροπος αναφέρει ότι το αρμόδιο Δικαστήριο ενεργεί σύμφωνα με τις Εγκυκλίους 142 και 143 του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την ψευδωνυμοποίηση (ανωνυμοποίηση) των δικαστικών αποφάσεων. Οι εγκύκλιοι καθορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες μπορούν να δημοσιεύονται αποφάσεις που ενδέχεται να ταυτοποιούν φυσικά πρόσωπα, καθώς και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται ψευδωνυμοποίηση και απαλοιφή σχετικών αναφορών.
Τα μέτρα μετά την έκτιση της ποινής
Μετά την έκτιση της ποινής και/ή την αποφυλάκιση προσώπου που καταδικάστηκε για αδίκημα που εμπίπτει στον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο του 2014, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση εργοδότησης ή τον τερματισμό της απασχόλησης του καταδικασθέντος σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, καθώς και την απαγόρευση διαμονής του στον χώρο διαμονής του θύματος ή άλλων παιδιών ή σε γειτονικούς χώρους.
Η Αρχή Εποπτείας που συστάθηκε δυνάμει του ίδιου Νόμου ασκεί παράλληλα τις αρμοδιότητές της για την εποπτεία και αξιολόγηση της επικινδυνότητας προσώπων που παραπέμπονται σε αυτήν και του πιθανού κινδύνου επανάληψης του αδικήματος. Τα μέτρα αυτά, διευκρινίζει η Επίτροπος, αποτελούν μηχανισμούς προστασίας και δεν συνεπάγονται από μόνα τους δημόσια ανακοίνωση των στοιχείων του καταδικασθέντος.
Η δημοσίευση πληροφοριών από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποτελεί διακριτό ζήτημα και αξιολογείται με συνεκτίμηση της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης και των δικαιωμάτων των επηρεαζόμενων προσώπων.
«Η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απόκρυψη της ταυτότητας ενός καταδικασθέντος. Αντίστοιχα, η καταδίκη δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του», αναφέρει η Επίτροπος, σημειώνοντας ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά, με βάση τα ιδιαίτερα δεδομένα και χαρακτηριστικά της.
Σημειώνει ότι η απόφαση για το κατά πόσον συντρέχουν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις για δημοσιοποίηση στοιχείων ανήκει κάθε φορά στην αρμόδια Αρχή, στο πλαίσιο των εξουσιών που της παρέχει η νομοθεσία, με ιδιαίτερη μέριμνα ώστε να μην αποκαλύπτεται, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, η ταυτότητα του θύματος.
Πηγή: ΚΥΠΕ