Με την ομόφωνη απόφασή του, ημερομηνίας 11 Αυγούστου 2026, το Εφετείο διέταξε επίσης τη σύλληψη και αστυνομική κράτηση του εφεσίβλητου μέχρι την παράδοσή του στις ρωσικές αρχές, ενώ απέρριψε την αντέφεσή του.
Η υπόθεση αφορά, σύμφωνα με την απόφαση, μεγάλο ρωσικό διαστημικό πρόγραμμα, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το ρωσικό δημόσιο με 15,15 δισεκατομμύρια ρούβλια, ποσό πέραν των €160 εκατ. Ο εφεσίβλητος, ο οποίος εργαζόταν σε ρωσική διαστημική εταιρεία και φέρεται να είχε σημαντικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων, κατηγορείται ότι μαζί με συνεργάτες του φρόντισε να επιλεγεί συγκεκριμένη εταιρεία χωρίς κανονικό διαγωνισμό.
Μέσω σύμβασης ύψους 1,32 δισεκατομμυρίων ρουβλιών, φέρεται να μεταφέρθηκαν στην εταιρεία χρήματα, από τα οποία περίπου 478 εκατ. ρούβλια χρησιμοποιήθηκαν για το έργο, ενώ περίπου 840 εκατ. ρούβλια, ή €7,8 εκατ., φέρεται να διαμοιράστηκαν μεταξύ μελών της ομάδας και να νομιμοποιήθηκαν μέσω οικονομικών συναλλαγών.
Ο Ρώσος υπήκοος συνελήφθη στην Κύπρο τον Νοέμβριο του 2024 βάσει προσωρινού εντάλματος, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους δόθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως εξουσιοδότηση για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απέρριψε τον Νοέμβριο του 2025 το αίτημα αποκλειστικά επειδή δεν θεώρησε ότι είχε αποδειχθεί η ύπαρξη ενεργού εντάλματος σύλληψης. Σημείωσε, μάλιστα, ότι εάν υιοθετείτο διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση επί του συγκεκριμένου ζητήματος, δεν θα υπήρχε άλλο κώλυμα για την έκδοση.
Ο Γενικός Εισαγγελέας προσέβαλε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι το ρωσικό ένταλμα της 18ης Δεκεμβρίου 2020 εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ.
Το Εφετείο συμφώνησε, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε πρόνοια από την οποία να προκύπτει ότι το ένταλμα έπαυσε να ισχύει με τη λήξη της προκαταρκτικής έρευνας. Αντίθετα, επισήμανε ότι το ίδιο το ένταλμα προέβλεπε πως η περίοδος κράτησης θα υπολογιζόταν από τη στιγμή της παράδοσης του εκζητούμενου στις ρωσικές αρχές.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε και σε ειδοποίηση τύπου «Diffusion», στην οποία αναφερόταν ρητά ότι δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός στην ισχύ του εντάλματος. Όπως έκρινε, τα στοιχεία της ειδοποίησης ταυτίζονταν με εκείνα του ρωσικού εντάλματος και δεν άφηναν περιθώριο αμφιβολίας ότι αυτό εξακολουθούσε να ισχύει.
Το Εφετείο σημείωσε ακόμη ότι τα στοιχεία αυτά είχαν διαφύγει της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αποτελούσαν ουσιώδη μαρτυρία που έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη.
Με την αντέφεσή του, ο Ρώσος υπήκοος υποστήριζε, μεταξύ άλλων, ότι το ένταλμα παρουσίαζε ελλείψεις, καθώς δεν αναφερόταν σε αυτό ο αριθμός της ποινικής υπόθεσης, και ότι δεν είχε προσκομιστεί επίσημο αντίγραφό του. Το Εφετείο απέρριψε τις θέσεις αυτές, κρίνοντας ότι η απουσία αριθμού υπόθεσης δεν έπληττε ουσιωδώς το κύρος του αιτήματος και ότι το ζήτημα του επίσημου αντιγράφου είχε ουσιαστικά παύσει να είναι επίδικο κατά την πρωτόδικη διαδικασία.
Ο εφεσίβλητος υποστήριζε επίσης ότι οι ρωσικές αρχές είχαν αποκρύψει ουσιώδη μαρτυρία, επικαλούμενος αποφάσεις ρωσικών δικαστηρίων σχετικές με υπόθεση φερόμενων συνεργών του, στις οποίες κατηγορητήριο είχε επιστραφεί στον Εισαγγελέα επειδή βασιζόταν σε εμπειρογνωμοσύνη που κρίθηκε μη αποδεκτή.
Το Εφετείο συμφώνησε, ωστόσο, με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν διαπιστώθηκε παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας της αιτούσας χώρας ούτε προέκυψε συγκεκριμένος και εξατομικευμένος κίνδυνος παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων του εφεσίβλητου σε περίπτωση έκδοσής του.
«Η Έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται», αναφέρει η ομόφωνη απόφαση, με την οποία διατάσσεται η έκδοση του Ρώσου υπηκόου στη Ρωσική Ομοσπονδία και η κράτησή του μέχρι την παράδοσή του στις ρωσικές αρχές.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ