Αναφερόμενος στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ορίσει ειδικό εκπρόσωπο για το Κυπριακό, ο Ομέρ Τσελίκ υποστήριξε ότι η ΕΕ «ασχολείται με ένα ζήτημα που δεν την αφορά». Ισχυρίστηκε ότι η Ένωση έχασε την ουδετερότητά της όταν ενέταξε την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος-μέλος, παρά το γεγονός ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά είχε εγκρίνει το Σχέδιο Ανάν ενώ η ελληνοκυπριακή το είχε απορρίψει, όπως είπε.
Κατά τον εκπρόσωπο του AKP, η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτέλεσε «την αρχή των σημερινών προβλημάτων» και, όπως είπε, από τη στιγμή που η ΕΕ έχει απωλέσει την ουδετερότητά της, ο διορισμός ειδικού εκπροσώπου δεν πρόκειται να συμβάλει στην επίλυση του Κυπριακού.
Στρέφοντας στη συνέχεια τα πυρά του στην Ελλάδα, ο Ομέρ Τσελίκ δήλωσε ότι η Άγκυρα παρακολουθεί στενά την κατάσταση της τουρκικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη, υποστηρίζοντας ότι υφίσταται σοβαρές αδικίες.
Ειδικότερα, επέκρινε την απόφαση των ελληνικών αρχών να κλείσουν οκτώ μειονοτικά δημοτικά σχολεία, λέγοντας ότι η Άγκυρα απορρίπτει την απόφαση αυτή. Ανέφερε ότι, μετά το κλείσιμο των σχολείων, ο αριθμός των μειονοτικών δημοτικών περιορίζεται πλέον στα 76.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι υπάρχουν προσπάθειες παρεμπόδισης νέων εγγραφών στα μειονοτικά σχολεία, ενώ επικαλέστηκε επίσκεψη του Ταγίπ Ερντογάν στη Δυτική Θράκη, όταν ήταν ακόμη Πρωθυπουργός, λέγοντας ότι η τουρκική αντιπροσωπεία είχε διαπιστώσει «με τα μάτια της» τις δυσκολίες που, κατά τον ίδιο, αντιμετώπιζε ακόμη και η διοργάνωση απλών εκδηλώσεων.
Ο εκπρόσωπος του AKP αναφέρθηκε επίσης στις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη περί ανάγκης αποκλιμάκωσης της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σημειώνοντας ότι, εφόσον η ελληνική Κυβέρνηση επιθυμεί πραγματικά τη μείωση της έντασης, δεν θα πρέπει να λαμβάνει –όπως υποστήριξε– αποφάσεις στον τομέα της εκπαίδευσης που συνιστούν «πίεση αφομοίωσης» σε βάρος της τουρκικής μειονότητας.
Ο Ομέρ Τσελίκ κάλεσε επίσης την Ελλάδα να μην προχωρά στη δημιουργία «τετελεσμένων επί του πεδίου», υποστηρίζοντας ότι όλα τα ζητήματα πρέπει να επιλύονται μέσω της διπλωματίας.
«Οι μεγάλοι συσχετισμοί αλλάζουν. Οι μεγάλες δυνάμεις σήμερα υπάρχουν και αύριο μπορεί να μην υπάρχουν. Εκείνο όμως που δεν αλλάζει είναι ότι η Τουρκία και η Ελλάδα θα συνεχίσουν να μοιράζονται το Αιγαίο και θα βρίσκονται απέναντι η μία στην άλλη. Όπως σπεύδουμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο στις φυσικές καταστροφές, έτσι πρέπει να καθίσουμε στο τραπέζι της διπλωματίας και να επιλύσουμε τα προβλήματα χωρίς τη δημιουργία τετελεσμένων», ανέφερε.
ΚΥΠΕ