Για την ΕΔΕΚ, η σημερινή μέρα, είναι ακριβώς μια τέτοια στιγμή.
Για πρώτη φορά από την ίδρυσή της, πριν από σχεδόν έξι δεκαετίες, το κόμμα που ταυτίστηκε με τον Βάσο Λυσσαρίδη, με την κυπριακή σοσιαλιστική ιδεολογία, την αντίσταση στο πραξικόπημα και την υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, προσέρχεται σε Παγκύπριο Συνέδριο, όχι ως κοινοβουλευτική δύναμη, αλλά ως ένα κόμμα που αναζητεί ξανά, τον λόγο της πολιτικής του ύπαρξης.
Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου, δεν αποτέλεσε απλώς μία ακόμη εκλογική αποτυχία. Το 3,3% δεν σήμαινε μόνο την απώλεια των εδρών. Ήταν η πολιτική επικύρωση μιας μακράς πορείας εσωστρέφειας, εσωκομματικών συγκρούσεων, οργανωτικής αποδυνάμωσης και σταδιακής αποξένωσης από την κοινωνία.Η κάλπη δεν δημιούργησε την κρίση. Την αποκάλυψε με τον πιο σκληρό τρόπο.
Από το κόμμα του Λυσσαρίδη στη σημερινή πραγματικότητα
Η ΕΔΕΚ γεννήθηκε το 1969, ως ένα διαφορετικό πολιτικό εγχείρημα για τα κυπριακά δεδομένα. Ο Βάσος Λυσσαρίδης δεν επιδίωξε να δημιουργήσει ακόμη έναν εκλογικό μηχανισμό. Δημιούργησε ένα κίνημα, με σαφή ιδεολογική ταυτότητα, κοινωνική αναφορά και έντονη πολιτική παρουσία τόσο στο Κυπριακό όσο και στα κοινωνικά ζητήματα.
Για δεκαετίες, η ΕΔΕΚ αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την κυπριακή σοσιαλδημοκρατία, με ισχυρή οργανωτική βάση και συνεχή κοινοβουλευτική παρουσία. Ακόμη, και όταν τα εκλογικά της ποσοστά μειώνονταν, διατηρούσε πολιτική επιρροή δυσανάλογη του μεγέθους της.
Η ιστορική της διαδρομή όμως άρχισε να αλλάζει μετά την αποχώρηση του Βάσου Λυσσαρίδη από την ηγεσία.
Οι εσωτερικές ισορροπίες διαφοροποιήθηκαν, νέες αντιλήψεις συγκρούστηκαν για την πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος και σταδιακά η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε από τις πολιτικές θέσεις, στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις.
Η περίοδος των συγκρούσεων
Τα τελευταία χρόνια, η ΕΔΕΚ βρέθηκε πολλές φορές στην επικαιρότητα. Όχι όμως για τις πολιτικές της πρωτοβουλίες.
Οι διαφωνίες γύρω από τη λειτουργία του κόμματος, τις αποφάσεις της ηγεσίας, τη σύνθεση των συλλογικών οργάνων και τη στρατηγική απέναντι στο Κυπριακό, εξελίχθηκαν σε βαθιές εσωκομματικές συγκρούσεις.
Ιστορικά στελέχη αποχώρησαν ή διαγράφηκαν.
Πρώην βουλευτές, επαρχιακά στελέχη και πρόσωπα που υπηρέτησαν επί δεκαετίες την ΕΔΕΚ, βρέθηκαν εκτός κόμματος, μέσα από πειθαρχικές διαδικασίες, ή επέλεξαν οι ίδιοι να απομακρυνθούν, καταγγέλλοντας ότι δεν υπήρχε πλέον χώρος, για ουσιαστικό διάλογο.
Από την άλλη πλευρά, η εκάστοτε ηγεσία υποστήριζε ότι οι αποφάσεις αυτές, ήταν αναγκαίες για τη διατήρηση της συνοχής, της πειθαρχίας και της εύρυθμης λειτουργίας του κόμματος. Ανεξάρτητα από την πολιτική ερμηνεία, το αποτέλεσμα υπήρξε αδιαμφισβήτητο. Η ΕΔΕΚ άρχισε να χάνει σταδιακά πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο.Η εικόνα της ενότητας αντικαταστάθηκε από μια εικόνα διαρκούς εσωτερικής αντιπαράθεσης.
Η ΕΔΕΚ, αντί να εμφανίζεται ως η πολιτική δύναμη που θα έδινε σύγχρονες σοσιαλδημοκρατικές απαντήσεις, παρέμενε εγκλωβισμένη στις δικές της εσωτερικές αντιπαραθέσεις.
Οι συνεχείς δημόσιες συγκρούσεις μεταξύ στελεχών δημιούργησαν στους πολίτες την εικόνα ενός κόμματος. που δυσκολευόταν να διαχειριστεί ακόμη και τα δικά του προβλήματα. Όταν ένα κόμμα συζητείται περισσότερο για τις εσωτερικές του συγκρούσεις, παρά για τις πολιτικές του προτάσεις, η φθορά γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη. Η κάλπη έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών αποτέλεσε την κορύφωση αυτής της πορείας.
Η ΕΔΕΚ όχι μόνο έμεινε εκτός Βουλής, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπη και με μια νέα πραγματικότητα. Η απώλεια της κοινοβουλευτικής παρουσίας, σημαίνει μικρότερη πολιτική επιρροή, περιορισμένη δημόσια προβολή και σημαντική μείωση των οικονομικών πόρων λόγω της απώλειας μεγάλου μέρους της κρατικής χορηγίας. Πρόκειται για μια κατάσταση που δοκιμάζει όχι μόνο την πολιτική, αλλά και την οργανωτική αντοχή κάθε κόμματος.
Δεν είναι τυχαίο, ότι αμέσως μετά τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, άνοιξε η μεγαλύτερη συζήτηση των τελευταίων ετών, γύρω από το μέλλον της ΕΔΕΚ.
Ο πρόεδρος του κόμματος, Νίκος Αναστασίου, ανέλαβε δημόσια την πολιτική ευθύνη για το αποτέλεσμα, θέτοντας την παραίτησή του στη διάθεση της Κεντρικής Επιτροπής.
Η παραίτηση δεν έγινε αποδεκτή. Αντίθετα, αποφασίστηκε να ανοίξει ένας συνολικός διάλογος, για την επόμενη ημέρα.
Η απόφαση για τη σύγκληση έκτακτου Παγκύπριου Συνεδρίου ήταν η φυσική συνέχεια αυτής της διαδικασίας.
Ωστόσο, πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι το συνέδριο δεν θα περιοριζόταν σε μια απλή αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος. Θα εξελισσόταν σε πεδίο αντιπαράθεσης για το ίδιο το μοντέλο λειτουργίας της ΕΔΕΚ.
Το συνέδριο ως σημείο καμπής
Το σημερινό έκτακτο Παγκύπριο Συνέδριο, δεν συγκλήθηκε σε πολιτικό κενό. Αντίθετα, αποτέλεσε την κορύφωση μιας περιόδου έντονων διεργασιών, στο εσωτερικό της ΕΔΕΚ, όπου διαφορετικές αντιλήψεις για την επόμενη ημέρα συγκρούονται ανοιχτά πλέον.
Η ηγεσία του κόμματος, με τον Νίκο Αναστασίου, επιχειρεί να δώσει χαρακτήρα θεσμικής επανεκκίνησης, με στόχο την ανασυγκρότηση και την επανατοποθέτηση της ΕΔΕΚ στο πολιτικό σκηνικό. Η λογική αυτή, στηρίζεται στην ανάγκη άμεσων αποφάσεων, για τη λειτουργία του κόμματος, την οικονομική του διαχείριση και την οργανωτική του συνέχεια μετά την απώλεια της κοινοβουλευτικής παρουσίας.
Από την άλλη πλευρά, η Πρωτοβουλία «ΑΓΩΝΑΣ» βλέπει το συνέδριο ως ευκαιρία βαθύτερης αναδόμησης και όχι απλής διαχείρισης της ήττας.
Η συγκεκριμένη ομάδα στελεχών και μελών, που έχει αναπτύξει οργανωμένη δράση το τελευταίο διάστημα, παρεμβαίνει με μια σειρά προτάσεων που, σύμφωνα με την ίδια, αποτελούν προϋπόθεση για την «επόμενη μέρα» της ΕΔΕΚ.
Στην επίσημη τοποθέτησή της αναφέρει:
«Η μαζική συμμετοχή, ο υγιής και στέρεος πολιτικός διάλογος, η ελεύθερη έκφραση και η αλληλεγγύη είναι τα όπλα μας προκειμένου η σοσιαλιστική φωνή της ΕΔΕΚ να είναι δυνατή και βαρύνουσα.»
Πίσω από τη ρητορική της ενότητας, ωστόσο, διατυπώνεται ένα σαφές πολιτικό πλαίσιο αιτημάτων:
Εξυγίανση και επικαιροποίηση του μητρώου μελών,
Πλήρης οικονομικός έλεγχος της τελευταίας δεκαετίας,
Άρση όλων των διαγραφών των τελευταίων ετών,
Θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία του κόμματος,
Αναδιοργάνωση της κομματικής δομής,
και κυρίως, η απαίτηση το καταστατικό συνέδριο, να προηγηθεί του εκλογικού.
Για τους υποστηρικτές της πρότασης αυτής, η σειρά των διαδικασιών δεν είναι τεχνικό ζήτημα, αλλά ουσία δημοκρατικής νομιμοποίησης. Υποστηρίζουν ότι χωρίς καθαρό μητρώο και χωρίς επικαιροποιημένο καταστατικό, οποιαδήποτε εκλογική διαδικασία, θα είναι ελλιπής.
Η αντίθετη ανάγνωση στο εσωτερικό του κόμματος
Από την πλευρά της ηγεσίας, η προσέγγιση αυτή, αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα. Στελέχη του κόμματος εκφράζουν την άποψη ότι μια παρατεταμένη διαδικασία καταστατικών αλλαγών, ενέχει τον κίνδυνο να παρατείνει την εσωστρέφεια και να καθυστερήσει την πολιτική επανεκκίνηση.
Παράλληλα, διατυπώνεται ο προβληματισμός ότι οι αλλαγές στο μητρώο και στις οργανωτικές δομές, θα μπορούσαν να ανοίξουν νέο κύκλο εσωτερικών εντάσεων, αντί να κλείσουν τον προηγούμενο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τον χρονισμό των συνεδρίων αλλά τη βαθύτερη φιλοσοφία λειτουργίας του κόμματος: Αν θα κινηθεί προς μια άμεση πολιτική ανασυγκρότηση, ή προς μια εκτεταμένη εσωτερική αναθεώρηση.
Το βάρος των διαγραφών και η κρίση εμπιστοσύνης
Κεντρικό σημείο της εσωκομματικής συζήτησης, παραμένει το ζήτημα των διαγραφών. Για μέρος της βάσης, οι διαγραφές στελεχών τα προηγούμενα χρόνια, θεωρούνται σημείο καμπής που επιδείνωσε την κρίση εμπιστοσύνης στο εσωτερικό του κόμματος. Για την ηγεσία, αντίθετα, αποτελούν δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις που ελήφθησαν για λόγους κομματικής πειθαρχίας.
Το γεγονός ότι σήμερα επανέρχεται η συζήτηση για άρση τους, δείχνει πως το ζήτημα παραμένει ανοιχτό πολιτικά και οργανωτικά.
Σε κάθε περίπτωση, το συνέδριο καλείται να διαχειριστεί όχι μόνο τις τρέχουσες ισορροπίες, αλλά και τα τραύματα του παρελθόντος.
Η απουσία της ΕΔΕΚ από τη Βουλή συνιστά ιστορική τομή. Δεν πρόκειται μόνο για εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά για αλλαγή καθεστώτος πολιτικής παρουσίας. Ένα κόμμα που για δεκαετίες είχε σταθερή κοινοβουλευτική φωνή, βρίσκεται πλέον εκτός θεσμικού κέντρου λήψης αποφάσεων.
Αυτό επηρεάζει άμεσα, την πολιτική του επιρροή, τη δυνατότητα θεσμικών παρεμβάσεων, τη δημόσια ορατότητα και τη χρηματοδοτική του βάση.
Η επόμενη ημέρα για την ΕΔΕΚ, δεν είναι απλώς πολιτικά δύσκολη. Είναι οργανωτικά απαιτητική και υπαρξιακά κρίσιμη.
Το πραγματικό διακύβευμα του Συνεδρίου
Παρά την ένταση των εσωκομματικών διαφορών, το βασικό ερώτημα που θα τεθεί στο συνέδριο είναι απλό στη διατύπωση αλλά δύσκολο στην απάντηση:
Μπορεί η ΕΔΕΚ να ξαναγίνει ενιαία πολιτική δύναμη, με σαφή ταυτότητα και κοινωνική απήχηση, ή θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε έναν κύκλο εσωτερικών αντιπαραθέσεων;
Η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο από τις ψηφοφορίες, ή τις αποφάσεις των συνέδρων, αλλά από το κατά πόσο το κόμμα μπορεί να επανασυνδεθεί με την κοινωνία που το στήριξε ιστορικά και στη συνέχεια απομακρύνθηκε.
Η ΕΔΕΚ εισέρχεται στο συνέδριο, χωρίς τις βεβαιότητες του παρελθόντος.
Η πολιτική της διαδρομή, από το κόμμα του Λυσσαρίδη μέχρι τη σημερινή εκτός Βουλής παρουσία, αποτυπώνει μια πορεία γεμάτη αντιφάσεις: ιστορική βαρύτητα από τη μία πλευρά, οργανωτική αποδυνάμωση από την άλλη.
Το συνέδριο αυτό, δεν θα λύσει αυτομάτως τα προβλήματα. Μπορεί όμως να καθορίσει αν η ΕΔΕΚ, θα επιχειρήσει μια δύσκολη, αλλά υπαρκτή ανασυγκρότηση, ή αν θα εισέλθει σε μια νέα περίοδο παρατεταμένης πολιτικής αβεβαιότητας.
Η σημερινή μέρα, θα είναι ένα τεστ επιβίωσης για την ΕΔΕΚ και ίσως η πιο καθαρή στιγμή αλήθειας, στην πρόσφατη ιστορία της.