Εάν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις των αγορών, θα πρόκειται για την πρώτη αύξηση επιτοκίων μετά από περισσότερο από δυόμισι χρόνια, καθώς η τελευταία είχε πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του 2023, όταν το επιτόκιο είχε φθάσει στο 4%, πριν ακολουθήσει κύκλος μειώσεων συνολικού ύψους δύο ποσοστιαίων μονάδων.
Μιλώντας στο ThemaOnline, ο οικονομολόγος Γιάννης Τελώνης χαρακτήρισε την επικείμενη απόφαση «ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη», σημειώνοντας ότι βασίζεται κυρίως στην πρόσφατη επιτάχυνση του πληθωρισμού, η οποία κινείται σε επίπεδα δυσμενέστερα ακόμη και από τα αρνητικά σενάρια που είχε καταρτίσει η ίδια η ΕΚΤ.
«Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θεωρεί ότι πρέπει να αντιδράσει προληπτικά. Ωστόσο, δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει τέτοια ανάγκη αυτή τη στιγμή», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή άνοδος των τιμών οφείλεται κυρίως στο ενεργειακό κόστος και δεν έχει τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων ενεργειακών κρίσεων.
Όπως εξήγησε, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου βρίσκονται σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με την περίοδο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, γεγονός που, κατά την άποψή του, περιορίζει τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης πληθωριστικής έκρηξης. Παράλληλα, επισήμανε ότι «η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας και η μειωμένη ζήτηση για πετρέλαιο δεν δημιουργούν προϋποθέσεις για ακραίες ανατιμήσεις στην ενέργεια».
Ο κ. Τελώνης εκτιμά ότι η ΕΚΤ επιχειρεί να αποφύγει την επανάληψη των λαθών του παρελθόντος, όταν ο πληθωρισμός ξέφυγε από τον έλεγχο και χρειάστηκαν επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων για την αντιμετώπισή του. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι «η σημερινή συγκυρία είναι διαφορετική, καθώς η ευρωπαϊκή οικονομία εξακολουθεί να κινείται με ιδιαίτερα χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης».
«Η Ευρώπη βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάκαμψης. Όταν η ανάπτυξη κινείται κοντά στο 1%, μια αύξηση επιτοκίων μπορεί να πλήξει περαιτέρω τη ζήτηση και να επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα», σημείωσε.
Ο ίδιος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο νέας αύξησης μέχρι το τέλος του έτους, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν, τονίζοντας ωστόσο ότι «μια υπερβολικά αυστηρή νομισματική πολιτική ενέχει τον κίνδυνο να περιορίσει υπέρμετρα την οικονομική ανάπτυξη».
Αναφερόμενος στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπογράμμισε ότι η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς η αμερικανική οικονομία παρουσιάζει ισχυρότερη ανάπτυξη, χαμηλή ανεργία και αυξημένες επενδύσεις, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας και της τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι συνθήκες αυτές καθιστούν πιο εύκολη τη δικαιολόγηση υψηλότερων επιτοκίων στις ΗΠΑ σε σχέση με την Ευρώπη.
Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, ο κ. Τελώνης εκτιμά ότι οι επιπτώσεις μιας αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης δεν θα είναι δραματικές για όσους έχουν ήδη σχεδιάσει σημαντικές επενδύσεις ή την ανέγερση κατοικίας. Θεωρεί, ωστόσο, ότι ο σημαντικότερος παράγοντας είναι η ψυχολογία της αγοράς.
«Το μήνυμα που στέλνει μια αύξηση επιτοκίων μπορεί να οδηγήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε πιο συγκρατημένες αποφάσεις, καθώς δημιουργεί την αίσθηση ότι οι οικονομικές συνθήκες γίνονται δυσκολότερες», ανέφερε.
Αντίθετα, εκτιμά ότι οι τράπεζες ενδέχεται να είναι από τους ωφελημένους της απόφασης, καθώς οι υψηλότερες αποδόσεις στις καταθέσεις που διατηρούν στην ΕΚΤ μπορούν να ενισχύσουν τα έσοδά τους.
Καταλήγοντας, ο οικονομολόγος τόνισε ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει το σκεπτικό που θα συνοδεύσει την απόφαση της ΕΚΤ, καθώς ενδέχεται να βασίζεται σε στοιχεία και εκτιμήσεις που δεν είναι ακόμη διαθέσιμα στο ευρύ κοινό. Παρά τις αντιδράσεις που καταγράφονται εντός της ευρωζώνης, εκτίμησε ότι η πλειοψηφία των πιο συντηρητικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου φαίνεται να στηρίζει τη σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής.