Η οικογένεια, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς ότι «τηρήθηκαν όλα τα πρωτόκολλα» και ότι «η ζωή του παιδιού δεν βρισκόταν σε κίνδυνο», κάνει λόγο για τραυματική εμπειρία, έλλειψη εξειδίκευσης και πλήρη αδυναμία διαχείρισης ενός παιδιού στο φάσμα του αυτισμού.
«Αν ο κ. Χαριλάου θεωρεί ότι 6 με 16 ώρες αναμονής δεν θεωρούνται υπερβολικές ειδικά όταν πρόκειται για μωρό με αυτισμό, τότε δεν ξέρει τι σημαίνει αυτισμός και το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο», αναφέρει χαρακτηριστικά η μητέρα στην απάντησή της.
Η ίδια ξεκαθαρίζει πως η δημόσια καταγγελία δεν έγινε για να στοχοποιηθούν γιατροί και νοσηλευτές, αλλά για να αναδειχθεί η ανάγκη ουσιαστικής εκπαίδευσης και εξειδίκευσης του προσωπικού.
«Ο λόγος που επικοινώνησα το περιστατικό προς τα έξω δεν είναι για να θίξω ούτε τους γιατρούς ούτε τους νοσηλευτές. Είμαι σίγουρη ότι κι αυτοί προσπαθούν και κάποιες φορές εργάζονται περισσότερο και από αυτό που μπορούν και πρέπει λόγω υποστελέχωσης», σημειώνει.



«Το παιδί είχε χτυπήσει στο κεφάλι – Πώς λένε ότι δεν κινδύνευε;»
Η οικογένεια αμφισβητεί ευθέως την ανακοίνωση του ΟΚΥπΥ πως η κλινική εικόνα του παιδιού δεν παρουσίαζε κίνδυνο.
«Δεν ισχύει αφού το παιδί είχε κτυπήσει στο κεφάλι που θα μπορούσε να υπάρχει οτιδήποτε εσωτερικά», αναφέρει η μητέρα, προσθέτοντας ότι το παιδί βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκου και κοιμόταν, κάτι που, όπως υποστηρίζει,δεν επέτρεπε ασφαλή αξιολόγηση της κατάστασής του.
Παράλληλα, καταγγέλλει πως η προσέγγιση από μέρος του προσωπικού ήταν «καθόλου αποδεκτή», ειδικά από τους πρώτους επαγγελματίες υγείας που ήρθαν σε επαφή με το παιδί.
«Ένα αυτιστικό παιδί δεν είναι ίδιο με όλα τα υπόλοιπα περιστατικά»
Στην εκτενή τοποθέτησή της, η οικογένεια εστιάζει στην ανάγκη δημιουργίας εξειδικευμένων χώρων και ομάδων διαχείρισης παιδιών με αναπηρίες, όπως εφαρμόζεται, όπως αναφέρει, σε χώρες του εξωτερικού.
«Ότι ακολουθείται ένα πρωτόκολλο με 5-6 κανόνες γραμμένους δεν σημαίνει ότι αυτό δεν χρήζει βελτίωσης ή αλλαγής. Το κάθε περιστατικό και η κάθε περίπτωση αναπηρίας είναι διαφορετική και χρήζει ιδιαίτερης διαχείρισης», υπογραμμίζει.
Η μητέρα περιγράφει τις δυσκολίες που βιώνει ένα παιδί με αυτισμό σε ένα νοσοκομειακό περιβάλλον γεμάτο θορύβους, φώτα και άγνωστα ερεθίσματα:
«Ένα μωρό με αυτισμό έχει τόσα αισθητηριακά, βρίσκεται ξαφνικά σ’ έναν χώρο άγνωστο, με θορύβους, όλα τα ερεθίσματα του φαίνονται τεράστια, συν το σοκ από το ατύχημα που δεν μπορεί να επικοινωνήσει αφού δεν μιλά».
Μάλιστα θέτει και ένα ευρύτερο ερώτημα προς τις αρμόδιες αρχές:
«Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ένα μωρό 7 χρονών. Αν αύριο είναι έφηβος ή ενήλικας πώς θα το διαχειριστείτε; Θα το αφήσετε να χτυπιέται σε ένα δωμάτιο και να κυλιέται στο πάτωμα με κίνδυνο να τραυματιστεί ξανά;»
Καταγγελίες για νυχτερινούς ελέγχους και έλλειψη κοινωνικού λειτουργού
Η οικογένεια αναφέρει επίσης ότι κατά τη διάρκεια της τριήμερης παραμονής στα νοσοκομεία δεν εμφανίστηκε ποτέ κοινωνικός λειτουργός για αξιολόγηση και στήριξη της οικογένειας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και σε περιστατικό που σημειώθηκε τα ξημερώματα, όταν, σύμφωνα με την καταγγελία, γιατρός μπήκε στο δωμάτιο στις 2 τα ξημερώματα με φακό ενώ το παιδί κοιμόταν.
«Μου φαίνεται απαράδεκτο ένας γιατρός η ώρα 2 το πρωί να μπει στο δωμάτιο ενός παιδιού σαν κοιμάται και με φακό να προσπαθεί να το ελέγξει. Συγκεκριμένα ενός αυτιστικού παιδιού που ο ύπνος τους είναι ευαίσθητος», αναφέρει.
Επιπλέον, η μητέρα καταγγέλλει πως χρειάστηκε «μεγάλη και έντονη συζήτηση» ώστε να επιτραπεί και στους δύο γονείς να παραμείνουν στο δωμάτιο του παιδιού, παρά το γεγονός ότι, όπως σημειώνει, η κατάσταση του παιδιού απαιτούσε συνεχή παρουσία και των δύο.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Το περιστατικό σημειώθηκε μετά από σοβαρό τροχαίο ατύχημα το Σάββατο 2 Μαΐου, όταν δύο ανήλικα παιδιά και η μητέρα τους μεταφέρθηκαν τραυματισμένοι στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.
Η οικογένεια κατήγγειλε δημόσια ότι το 7χρονο παιδί, το οποίο βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού και δεν μιλά, βίωσε τραυματική διαχείριση από το προσωπικό, κάνοντας λόγο για έλλειψη ειδικής εκπαίδευσης και ακατάλληλες συνθήκες νοσηλείας.
Από πλευράς ΟΚΥπΥ, σε επίσημη ανακοίνωση αναφέρθηκε ότι εφαρμόστηκαν πλήρως όλα τα ιατρικά πρωτόκολλα, ότι το παιδί δεν διέτρεχε άμεσο κίνδυνο και ότι το προσωπικό του ΤΑΕΠ Παίδων είναι εξειδικευμένο στη διαχείριση τέτοιων περιστατικών.
Ωστόσο, η νέα απάντηση της οικογένειας φαίνεται να ανεβάζει περαιτέρω τους τόνους, μετατρέποντας την υπόθεση σε μια ευρύτερη δημόσια συζήτηση για το κατά πόσο το σύστημα υγείας είναι πραγματικά προετοιμασμένο να διαχειριστεί άτομα με αυτισμό και αναπηρίες.