Μιλώντας ειδικότερα για το Σύμφωνο της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρεί πως το Σύμφωνο είναι θεμελιώδους σημασίας για την ευρωπαϊκή ήπειρο, καθώς ενισχύεται η διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης, εφόσον στην επικράτεια της Ένωσης θα εισέρχονται μόνο όσοι δικαιούνται διεθνή προστασία και όσοι έρχονται με νόμιμες άδειες εργασίας και όχι αυτοί, τους οποίους προωθούν παρανόμως οι διακινητές.
Πρόσθεσε ότι το Σύμφωνο προβλέπει ταχύτερες και πιο αποτελεσματικές διαδικασίες ασύλου, με κράτη να πρέπει να είναι σε θέση να εξετάζουν τις αιτήσεις γρήγορα, δίκαια και αξιόπιστα, ενώ την ίδια στιγμή, διατηρείται στον πυρήνα του νέου πλαισίου ο σεβασμός του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
«Η Ευρώπη παραμένει η ήπειρος των ελευθεριών και της δικαιοσύνης. Όμως, η ΕΕ καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να συνδυάζει αποτελεσματικότητα και νομιμότητα, επιχειρησιακή ικανότητα και σεβασμό στις αξίες της», σημείωσε.
Είπε ακόμη πως το νέο πλαίσιο επιχειρεί να δημιουργήσει ισορροπία ανάμεσα στην ευθύνη και την αλληλεγγύη, προσθέτοντας ότι τα κράτη μέλη που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, δεν έχουν τις δυνατότητες και δεν πρέπει να σηκώνουν δυσανάλογο βάρος, με το Σύμφωνο να αναγνωρίζει αυτήν την πραγματικότητα και να προβλέπει μηχανισμούς που ενισχύουν τη συλλογική ευρωπαϊκή ανταπόκριση.
«Για εμάς, αυτό δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Είναι ζήτημα πρακτικό και βαθιά πολιτικό. Γιατί ένα μικρό νησιωτικό κράτος, του οποίου το βόρειο μέρος τελεί υπό στρατιωτική κατοχή από την Τουρκία, με περιορισμένες υποδομές, δεν μπορεί να φιλοξενήσει μεγάλο αριθμό αιτούντων άσυλο και κατόχων διεθνούς προστασίας. Συνεπώς, η πίεση αυτή πρέπει να κατανεμηθεί ισομερώς», ανέφερε.
«Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η εφαρμογή του Συμφώνου αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση, αλλά συνάμα και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία. Γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει υπερφόρτωση του συστήματος ασύλου, πίεση στις δομές υποδοχής, συσσώρευση εκκρεμοτήτων και κοινωνική ανησυχία. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, αποτελεί πάγια θέση της Κύπρου ότι το προσφυγικό θα πρέπει να τυγχάνει συνολικής και συντονισμένης διαχείρισης σε ενωσιακό επίπεδο. Ως εκ τούτου, καλωσορίζουμε τη θέσπιση του Συμφώνου και αντιμετωπίζουμε την εφαρμογή του ως μία από τις βασικές προτεραιότητές μας», πρόσθεσε.
Είπε ότι το Υφυπουργείο εργάζεται σκληρά για τη θεσμική και επιχειρησιακή προετοιμασία της χώρας μας, ενισχύοντας τις αρμόδιες υπηρεσίες, επενδύοντας σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνογνωσία, και αναβαθμίζοντας τις υποδομές και διαδικασίες μας, ώστε να ανταποκρίνονται στις νέες απαιτήσεις.
Υπενθύμισε ότι την Πέμπτη, 23 Απριλίου, ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων ο Προσφύγων Νόμος του 2026, δυνάμει του οποίου, η κυπριακή έννομη τάξη εναρμονίζεται με τα νομοθετήματα του Ευρωπαϊκού Συμφώνου, ενώ έχουν ολοκληρωθεί οι τυποποιημένοι κανόνες λειτουργίας για τις διαδικασίες ελέγχου και διαλογής, και βρίσκονται σε εξέλιξη οι αντίστοιχοι κανόνες για τη διαδικασία συνόρων και τη διαδικασία επιστροφής.
Επιπλέον, έχει συμφωνηθεί η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών προς αιτούντες διεθνή προστασία σε πρώτο βαθμό, όπως προβλέπεται στο Σύμφωνο, ενώ την ίδια στιγμή, τυγχάνουν επεξεργασίας οι σχετικές ρυθμίσεις για δωρεάν νομική συμβουλευτική στο πρώτο διοικητικό στάδιο της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα, ανέφερε.
Περαιτέρω, είπε ότι έχει ολοκληρωθεί η Εθνική Στρατηγική για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, ο ορισμός της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως Ανεξάρτητου Μηχανισμού Παρακολούθησης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ενώ παράλληλα, προχωρά η εναρμόνιση με το νέο EURODAC, η αναβάθμιση του πληροφοριακού συστήματος CASS, η ψηφιοποίηση των φακέλων της Υπηρεσίας Ασύλου και η προσπάθεια για επίτευξη καλύτερης συνεργασίας με όλα τα αρμόδια τμήματα για τη διαχείριση υποθέσεων Δουβλίνου.
Σε επίπεδο υποδομών, είπε ότι το Υφυπουργείο έχει καθορίσει το Κέντρο «Πουρνάρα» ως Κέντρο Διαλογής και Ταυτοποίησης, ενώ ολοκληρώνεται η αναβάθμιση του Κέντρου αυτού, η ανέγερση του Κέντρου Φιλοξενίας και του Προαναχωρησιακού Κέντρου στην περιοχή Λίμνες, καθώς και η περαιτέρω αναβάθμιση του Κέντρου Φιλοξενίας Κοφίνου.
«Το γεγονός ότι η εφαρμογή του Συμφώνου συμπίπτει με την Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ προσδίδει στο εγχείρημα ιδιαίτερη σημασία. Φυσιολογικά, λοιπόν, η έγκαιρη και ομαλή εφαρμογή του Συμφώνου είναι υψηλά στις προτεραιότητες της Προεδρίας μας", είπε.
Ακόμη τόνισε τη σημασία του υπό διαπραγμάτευση Κανονισμού για τις Επιστροφές. "Πρόκειται για ένα νομοθέτημα που θα συμπληρώσει το Σύμφωνο και αναμένεται να αυξήσει τις επιστροφές υπηκόων τρίτων χωρών που δεν διατηρούν δικαίωμα να παραμείνουν στην Ένωση», σημείωσε.
«Η θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και του συνόλου των κρατών μελών, είναι ξεκάθαρη: χωρίς πιο αποτελεσματικές επιστροφές, δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη κοινή μεταναστευτική πολιτική. Οι επιστροφές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συνολικής ισορροπίας του συστήματος. Όταν δεν ολοκληρώνονται οι διαδικασίες για όσους δεν δικαιούνται να παραμείνουν, τότε πιέζονται οι υπηρεσίες, επιβαρύνονται οι κοινωνίες και υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τις κρατικές Αρχές», υπογράμμισε.
Πρόσθεσε ότι ως Προεδρεύουσα χώρα του Συμβουλίου, η Κύπρος εκπροσωπεί τα 27 κράτη μέλη στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή και εξέφρασε την ελπίδα ότι θα υπάρξει συμφωνία πριν το τέλος της Προεδρίας.
Στη συνέχεια, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι σε κρατικό επίπεδο, μέχρι το τέλος του 2025, η Κύπρος μείωσε τις παράτυπες ροές κατά 86% σε σχέση με το 2022, το 2024 και 2025, σημείωσε τους υψηλότερους αριθμούς στις αναχωρήσεις υπηκόων τρίτων χωρών από ποτέ, βρισκόμενη σε απόλυτους αριθμούς ανάμεσα στις τρεις πρώτες χώρες στην Ευρώπη αναφορικά με τις επιστροφές, ενώ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι παράτυπες ροές είναι κατά 30% μειωμένες συγκριτικά με την ίδια περίοδο το 2025.
«Στόχος μας είναι να μετατρέψουμε το μεταναστευτικό από πρόβλημα σε λύση προς όφελος των πολιτών μας και του κράτους, πάντα με σεβασμό στις διεθνείς μας υποχρεώσεις», τόνισε.
Αναφερόμενος στις πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, είπε ότι μάς υπενθυμίζουν πόσο εύκολα μπορεί να προκύψει νέα αποσταθεροποίηση με άμεσες επιπτώσεις στο προσφυγικό.
«Βρισκόμαστε σε μια ταραγμένη περιοχή και πρέπει να συνεχώς να είμαστε σε εγρήγορση. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος, για τον οποίο η μετανάστευση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά ή αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο. Καμία χώρα, και ιδίως κανένα μικρό κράτος πρώτης γραμμής, δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνη της τις συνέπειες μιας ευρύτερης περιφερειακής κρίσης. Χρειάζονται κοινές ευρωπαϊκές λύσεις, έγκαιρη προετοιμασία και έμπρακτη αλληλεγγύη», σημείωσε.
«Το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο είναι μια αξιοπρόσεκτη ευρωπαϊκή κατάκτηση, αλλά η πραγματική του αξία θα φανεί κατά την εφαρμογή του. Εκεί θα κριθεί αν η ΕΕ μπορεί πράγματι να λειτουργήσει με περισσότερη συνοχή, αξιοπιστία και πιο δίκαιη κατανομή της ευθύνης σε ένα από τα πιο απαιτητικά πεδία δημόσιας πολιτικής», σημείωσε.
Πρόσθεσε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία προσεγγίζει την εφαρμογή του Συμφώνου με μεθοδικότητα και αίσθημα ευθύνης και εργάζεται ώστε η ευρωπαϊκή αυτή μεταρρύθμιση να μετουσιωθεί σε ένα σύστημα πιο δίκαιο, πιο λειτουργικό και πιο ανθεκτικό, τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τους ανθρώπους που πραγματικά χρήζουν προστασίας.
«Προτεραιότητα όλων μας στην ΕΕ είναι η προστασία των εξωτερικών συνόρων, η καταπολέμηση των δικτύων διακινητών, η αύξηση των επιστροφών, οι γρήγορες διαδικασίες ασύλου και η ενίσχυση της νόμιμης μετανάστευσης. Η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσει να συμβάλλει ενεργά σε αυτήν την ευρωπαϊκή προσπάθεια, με σκοπό να εξευρεθούν και να εφαρμοστούν λύσεις που να υπηρετούν την ασφάλεια, τη νομιμότητα και τις αξίες της Ένωσης», κατέληξε ο Υφυπουργός.