Σε αίτηση που είχε υποβάλει ο εν αργία Μητροπολίτης επιδίωξε άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση δια κλήσεως αίτησης προς ακύρωση, μέσω εντάλματος certiorari, της απόφασης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ημερομηνίας 8.2.2026, με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή της επ’ αόριστον αργίας, ως επίσης, για την έκδοση προνομιακού εντάλματος, τύπου mandamus, με το οποίο να διατάσσεται η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου να παραχωρήσει στον αιτητή σχετικά έγγραφα, επί των οποίων φέρεται να στηρίχθηκε η ως άνω απόφαση.
Περαιτέρω, με την ίδια αίτηση, ζητήθηκε η άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου prohibition, με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία για την πλήρωση της θέσης Μητροπολίτη στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου και γενικότερα να απαγορεύεται η διενέργεια οποιασδήποτε περαιτέρω συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου για οποιοδήποτε θέμα τον αφορά, μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας για την έκδοση των αιτούμενων πιο πάνω ενταλμάτων.
Μετά την καταχώριση της παραπάνω αίτησης, επανήλθε προωθώντας νέα αίτηση, μέσω της οποίας επιζητούσε την άδεια του δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστύλωση της πρώτης αίτησης για εξασφάλιση άδειας.
Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υπέβαλε, το διάβημα αποσκοπούσε στο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα, ειδικότερα στις 12.03.2026, εκδόθηκε τελικά απόφαση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο επί της Εκκλήτου Προσφυγής του ιδίου, ημερομηνίας 20.01.1026, που αφορούσε την απόφαση της αργίας του, με την οποία απορρίφθηκε το ως άνω διάβημα του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο αναφέρει ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, κατά τρόπο που θα μπορούσε, από μόνη της, να επιδράσει καταλυτικά στην πορεία της αίτησης.
Σημειώνει ότι μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιχειρείται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου γεγονότα που ακολούθησαν της έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης της Ιεράς Συνόδου, ειδικότερα, το αποτέλεσμα της Εκκλήτου Προσφυγής από την πλευρά του στο Οικουμενικό πατριαρχείο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, ημερομηνίας 8.1.2026, ζήτημα για το οποίο έχει ήδη γίνει αναφορά από την πλευρά του στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση για εξασφάλιση άδειας.
Παράλληλα, μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επιχειρείται να αναδειχθούν ζητήματα που άπτονται της εγκυρότητας και της ορθότητας της σχετικής απόφασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αναγόμενα στην έλλειψη δέουσας και νόμιμης αιτιολογίας, σε αντικανονικότητα της ακολουθητέας διαδικασίας, παραβίαση του δικαιώματος του να ακουστεί σε αυτήν, χαρακτηρίζοντας την μια μεροληπτική και προειλημμένη απόφαση.
"Προφανώς, το αποτέλεσμα της ως άνω Εκκλήτου Προσφυγής στην οποία γίνεται αναφορά, τα παράπονα και οι αιτιάσεις του Αιτητή σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και την ορθότητα της απόφασης που εκδόθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 12.03.2026, πέραν των ζητημάτων δικαιοδοσίας που πιθανώς να εγείρονται για την συζήτηση τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης και πραγμάτευσης στο πλαίσιο της διαδικασίας εξασφάλισης της αιτούμενης άδειας, το εύρος και το αντικείμενο της οποίας είναι εκ των προτέρων αυστηρά προκαθορισμένο, έχοντας ως ουσιαστικό αντικείμενο, την προγενέστερη απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερομηνίας 08.01.2026", σημειώνει το Δικαστήριο.
Προσθέτει, δε, ότι η συμπερίληψη στο υπόβαθρο των γεγονότων που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την αίτηση, γεγονότων που επακολούθησαν χωρίς αυτά, κατά ωφέλιμο για τη διαδικασία τρόπο, να συνδέονται με τα ζητήματα που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή για την εξασφάλιση της αιτούμενης άδειας δεν δικαιολογείται. Όπως αναφέρει, το τι ακολούθησε, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης ημερομηνίας 08.01.2026, ειδικότερα το αποτέλεσμα της Εκκλήτου Προσφυγής του Αιτητή, "δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής ενασχόλησης στο πλαίσιο των αυστηρών γραμμών στις οποίες κινείται και οριοθετείτε η προνομιακή δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου", αναφέρεται, με το Δικαστήριο να σημειώνει ότι το σχετικό αίτημα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και η αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, απορρίπτεται.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ