Μεταξύ των επισημάνσεων της έκθεσης, γίνεται αναφορά σε αδυναμίες της επιχειρησιακής ετοιμότητας των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, σε ελλείψεις στον υφιστάμενο μηχανισμό κεντρικού συντονισμού, αλλά και σε προσωπικό, εξοπλισμό και μέσα πυρόσβεσης, καθώς και σε ελλείμματα στις διαδικασίες εκκένωσης περιοχών και επικοινωνίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων.
Η έκθεση διαπιστώνει, επίσης, «σημαντικές αντιφάσεις ανάμεσα σε δημόσιες δηλώσεις υπουργών και υπηρεσιακών παραγόντων των κρατικών υπηρεσιών που έγιναν κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές και στις αντίστοιχες τοποθετήσεις τους ενώπιον των επιτροπών ή/και άρνηση ορισμένων εξ αυτών να απαντήσουν σε ερωτήματα βουλευτών τα οποία τέθηκαν κατ’ επανάληψη».
Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την Υπουργό Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, η έκθεση σημειώνει ότι «αποφεύγοντας συστηματικά να απαντήσει επί της ουσίας των ερωτήσεων των μελών των επιτροπών και άλλων παρευρισκόμενων βουλευτών, προσπάθησε να μετακυλήσει την ευθύνη του συντονισμού στον Αρχιπύραρχο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κύπρου».
Προσθέτει, επίσης, ότι η Υπουργός «αρνήθηκε να αιτιολογήσει την απουσία κατά τον ουσιώδη χρόνο σε εκδήλωση για τις μαύρες επετείους στην Αυστραλία του γενικού διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης του Υπουργείου», καθώς και ότι «παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της Επιτρόπου Περιβάλλοντος, ουδέποτε πραγματοποίησε συνάντηση μαζί της όσον αφορά το όλο θέμα».
Ακόμα, αναφέρει ότι η Υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος «δεν ανταποκρίθηκε εν γένει επαρκώς στα καθήκοντά της και επιπροσθέτως, παρά την παρουσία της κατά τη συζήτηση, δεν διευκόλυνε το έργο των επιτροπών και την άσκηση του δέοντος κοινοβουλευτικού ελέγχου», προσθέτοντας ότι «ανάλογη στάση τήρησε και ο γενικός διευθυντής του πιο πάνω αναφερόμενου υπουργείου».
Εξάλλου, οι Επιτροπές σημειώνουν ότι κατατέθηκαν ενώπιόν του στοιχεία και έγγραφα για σοβαρές ελλείψεις σε εξοπλισμό, μέσα πυρόσβεσης και προσωπικό. Αναφέρουν ότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία Κύπρου αντιμετωπίζει ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικοτεχνική υποδομή, γεγονός που επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της επιχειρησιακής ανταπόκρισης, και ζητούν πλήρη κάλυψη των κενών.
Επιπρόσθετα, η έκθεση σημειώνει ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας απέφυγε να δώσει εξηγήσεις για τον λόγο που δεν έκλεισε ο δρόμος στον οποίο έχασαν τη ζωή τους δύο πολίτες, παραπέμποντας σε εσωτερική έρευνα της Αστυνομίας Κύπρου.
Παράλληλα, η έκθεση σημειώνει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών «αναγνώρισε ότι, με βάση τα λεχθέντα στο πλαίσιο των συνεδριάσεων των επιτροπών και του δέοντος κοινοβουλευτικού ελέγχου, υπήρξαν αδυναμίες όσον αφορά το ζήτημα των διαδικασιών εκκένωσης περιοχών σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης».
Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο χρόνος πρώτης αντίδραση για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς ήταν 15 λεπτά αντί 6 λεπτά, όπως δήλωσαν οι αρμόδιοι τις πρώτες ημέρες μετά την εκδήλωση των πυρκαγιών. Σημειώνει ότι η κλήση για πυρκαγιά έγινε μέσω ιδιωτικού τηλεφώνου στις 13:28, αλλά σύμφωνα με τον Αρχηγό Εθνικής Φρουράς, η εντολή ενεργοποίησης των πτητικών μέσων δόθηκε στις 13:49 και στις 14:18 έγινε η πρώτη εναέρια ρίψη με τα διαθέσιμα πτητικά μέσα, δηλαδή 50 λεπτά μετά τον εντοπισμό της.
Η έκθεση καταγράφει, επίσης, δυσχέρειες στην επικοινωνία και στον συντονισμό με την Πολιτική Άμυνα, με αποτέλεσμα καθυστερήσεις στην παροχή καθοδήγησης προς τις κοινότητες και μη συντονισμένες ή αποσπασματικές διαδικασίες εκκένωσης. Επισημαίνει ότι πρόεδροι κοινοτικών συμβουλίων αναγκάστηκαν να ενεργήσουν αυτόνομα για την εκκένωση περιοχών, γεγονός που κατέδειξε την ανάγκη ενίσχυσης σε τοπικό επίπεδο των μηχανισμών αντίδρασης σε συνθήκες κρίσης.
Επισημαίνεται, πάντως, η εξαιρετική αφοσίωση και αυταπάρνηση από μέρους στελεχών της Πολιτικής Άμυνας, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κύπρου, του Τμήματος Δασών, της Αστυνομίας Κύπρου, της Εθνικής Φρουράς και των εθελοντών. Αναφέρεται, όμως, ότι η δράση των εν λόγω σωμάτων δεν υποστηρίχθηκε από έναν θεσμοθετημένο και σαφώς καθορισμένο μηχανισμό κεντρικού συντονισμού.
Οι επιτροπές υπογραμμίζουν την ανάγκη αποσαφήνισης των αρμοδιοτήτων των εμπλεκόμενων φορέων, εκσυγχρονισμού των συστημάτων επικοινωνίας και ενίσχυσης της Πολιτικής Άμυνας με επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, αλλά και εκπόνησης ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού για την πρόληψη και καταστολή των πυρκαγιών.
Κρίνεται επίσης απαραίτητη η τακτική ενημέρωση των κοινοτήτων για την εμπλοκή τους, τη διενέργεια ετήσιων ασκήσεων ετοιμότητας, αλλά και η διαμόρφωση ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης εν γένει. Παράλληλα, θεωρείται απαραίτητη η ενημέρωση και κινητοποίηση των πολιτών για τους κινδύνους πρόκλησης πυρκαγιάς, η εφαρμογή προληπτικών καθαρισμών και έργων πυροπροστασίας, περιλαμβανομένης της δημιουργίας αντιπυρικών ζωνών, καθώς και η διασφάλιση της επάρκειας υδάτινων πόρων για τα οχήματα πυρόσβεσης, μέσω της κατασκευής δεξαμενών αποθήκευσης ύδατος σε περιοχές που παρατηρείται έλλειψη σχετικών υποδομών.
Περαιτέρω σκόπιμη κρίνεται και η εγκατάσταση σύγχρονων συστημάτων εντοπισμού και παρακολούθησης πυρκαγιών, τη χαρτογράφηση των κατοικιών για σκοπούς εκκένωσης, καθώς και την αναβάθμιση των επιχειρησιακών σχεδίων, με στόχο την έγκαιρη ειδοποίηση, η θέσπιση νομοθετικού πλαισίου για τη λειτουργία κατασκηνώσεων, καθώς κατά τη διαδικασία εκκένωσης της κατασκήνωσης στη Λόφου εντοπίστηκαν ελλείψεις.
Σε ό,τι αφορά την αποκατάσταση περιοχών και αποζημιώσεις πολιτών, οι Επιτροπές αναφέρουν ότι σημαντικό είναι να υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των μέτρων αυτών. Επιπροσθέτως, σημειώνουν ότι απαιτείται περαιτέρω αποσαφήνιση των διαδικασιών αποζημίωσης των πληγέντων, αναφέροντας ότι καταγράφονται και σοβαρές εκκρεμότητες σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες πληγέντων στις πυρόπληκτες περιοχές.
Υπογραμμίζεται, εξάλλου, ότι η επανενεργοποίηση του πρωτογενούς τομέα στις πληγείσες περιοχές αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάκαμψη της υπαίθρου και επισημαίνουν ότι απαιτείται ενίσχυση των αγροτών.
Για το ζήτημα του τρόπου αντιμετώπισης περιπτώσεων μη αδειοδοτημένων κατοικιών, επισημαίνουν την «ανάγκη δίκαιης και κοινωνικά ευαίσθητης ρύθμισης, χωρίς αποκλεισμούς». Υπογραμμίζουν, επίσης, την ανάγκη πλήρους καταγραφής των ζημιών που υπέστησαν μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς.
Στην έκθεση αναδεικνύεται και η ανάγκη καθορισμού σαφούς πρωτοκόλλου επικοινωνίας και συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων φορέων πολιτικής προστασίας και η ανάγκη για έγκαιρη ενεργοποίηση της Διεύθυνσης Ασθενοφόρων.
Παράλληλα σημειώνεται η ανάγκη για ενεργότερη εμπλοκή της Επιτρόπου Περιβάλλοντος και Ευημερίας των Ζώων, όπως και η θεσμοθέτηση μηχανισμού παρακολούθησης και αξιολόγησης της περιβαλλοντικής αποκατάστασης.
Στο πλαίσιο των επισημάνσεων για την αποκατάσταση πυρόπληκτων περιοχών, υπογραμμίζεται η ανάγκη για λήψη αντιδιαβρωτικών μέτρων και για καταρτισμό πολιτικής πρόληψης και αντιμετώπισης πλημμυρών, με έμφαση στην υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών και στην εκπαίδευση των αρμοδίων.
Σημειώνεται, επίσης, η ανάγκη επίσπευσης της συμμόρφωσης με την ενωσιακή νομοθεσία σχετικά με τη λειτουργία του ΧΥΤΑ Πάφου, συστηματικού ελέγχου για αποτροπή της ανεξέλεγκτης απόρριψης αποβλήτων, αξιολόγησης της διαχείρισης του παραγόμενου βιοαερίου, καθώς και καθορισμού σχεδίου μετακίνησης του δημόσιου δρόμου που διέρχεται από τον χώρο. Υπογραμμίζεται ως κατεπείγουσα ανάγκη και ο καθαρισμός των εκατοντάδων παράνομων σκυβαλότοπων στην ύπαιθρο.
Ακόμα, κρίνεται αναγκαία η δημιουργία επίσημου μητρώου εθελοντών πολιτικής προστασίας και την καθιέρωση ενιαίου πρωτοκόλλου κινητοποίησής τους υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι παρέχεται η απαιτούμενη εκπαίδευση και επαρκής χρηματοδότηση.
Καταληκτικά, οι Επιτροπές, επιφυλασσόμενες για το περιεχόμενο και τις εισηγήσεις της μελέτης του γαλλικού οργανισμού Expertise France για την αναδιάρθρωση της πολιτικής προστασίας, τονίζουν ότι απαιτείται ενιαίος και θεσμοθετημένος μηχανισμός πολιτικής προστασίας, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, αποτελεσματικά και διαλειτουργικά συστήματα επικοινωνίας και επαρκή εκπαίδευση του προσωπικού.
Ζητούν, δε, αξιολόγηση του ρόλου και της λειτουργίας του Δασικού Κολλεγίου, καθώς και την επανεξέταση του προτεινόμενου κατακερματισμού του Τμήματος Δασών, με γνώμονα την ανάγκη για επιχειρησιακή ετοιμότητα και αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων.