Όπως αναφέρει, «είναι η ώρα να μιλήσουμε καθαρά και με ειλικρίνεια» και να παραδεχθούν όλοι ορισμένες πραγματικότητες που αφορούν την εφαρμογή του πλαισίου.
ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ: Καρούσος: «Πού είναι το κράτος που μεριμνά για τους πολίτες του; Καλώ την Κυβέρνηση να κινηθεί άμεσα»
Σύμφωνα με τον ίδιο, το σημερινό σύστημα εκποιήσεων έχει προκαλέσει σημαντικές κοινωνικές αντιδράσεις, με την κοινωνία να το κατακρίνει έντονα. «Η κοινωνία το κατακρίνει — και οφείλουμε να ακούσουμε αυτή τη φωνή», σημειώνει.
Ο κ. Καρούσος αναφέρει ότι ενδεχομένως η θέση του να δυσαρεστήσει ορισμένους, ωστόσο τονίζει πως η ευθύνη των πολιτικών είναι να ακούν την κοινωνία και να έχουν το θάρρος να διορθώνουν λάθη του παρελθόντος.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η Κύπρος διαθέτει σήμερα ένα από τα πιο αυστηρά πλαίσια εκποιήσεων στην Ευρώπη, καθώς και από τα χαμηλότερα επίπεδα προστασίας δανειοληπτών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την πρώτη κατοικία.
Όπως επισημαίνει, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες — όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία — η εκποίηση της πρώτης κατοικίας περνά από δικαστικό έλεγχο, ενώ παρέχεται χρόνος για ρύθμιση πριν χαθεί η κατοικία μιας οικογένειας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η τράπεζα αποκτήσει την υποθήκη, το υπόλοιπο χρέος μπορεί να διαγράφεται.
Αντίθετα, σύμφωνα με τον ίδιο, στην Κύπρο μπορεί να συμβεί το εξής παράδοξο: ένας πολίτης να χάσει την πρώτη κατοικία του χωρίς να έχει δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, η τράπεζα να αποκτήσει το ακίνητο και, παρ’ όλα αυτά, το χρέος να συνεχίζει να υπάρχει, ενώ συχνά επηρεάζονται και οι εγγυητές.
Στην ανάρτησή του αναφέρεται επίσης σε περιστατικά που, όπως λέει, καταδεικνύουν την κοινωνική πίεση που δημιουργεί το υφιστάμενο σύστημα.
Όπως σημειώνει, πρόσφατα δέχθηκε τηλεφώνημα από ηλικιωμένη γυναίκα η οποία του ζήτησε βοήθεια, αναφέροντας ότι κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της. Σύμφωνα με τον ίδιο, η γυναίκα του είπε πως πρότεινε να δίνει τη σύνταξή της για έναν χρόνο, μέχρι να αποφυλακιστεί το παιδί της και να μπορέσει να αναλάβει την αποπληρωμή της δόσης.
Σε άλλη περίπτωση, όπως αναφέρει, ένας ηλικιωμένος τον ενημέρωσε ότι πρόκειται να χάσει την κατοικία του και δεν έχει πού να μεταβεί, ζητώντας λίγες εβδομάδες παράταση μέχρι να βρει εναλλακτική λύση.
Παράλληλα, ο κ. Καρούσος κάνει λόγο για φαινόμενα που χαρακτηρίζει απαράδεκτα, όπου άτομα συμμετέχουν σε πλειστηριασμούς και αποκτούν κατοικίες γνωρίζοντας ότι μέσα σε αυτές εξακολουθούν να διαμένουν οικογένειες.
«Σπίτια που τα έκτισαν οι ίδιοι οι άνθρωποι που κατοικούν σε αυτά, που εκεί έζησαν χαρές και λύπες και μεγάλωσαν τα παιδιά τους», αναφέρει, απευθύνοντας έκκληση να σταματήσουν τέτοιες πρακτικές.
Όπως προσθέτει, παρόμοιες περιπτώσεις παρατηρούνται και όταν πρώτες κατοικίες αγοράζονται σε πλειστηριασμούς από ξένους επενδυτές, με αποτέλεσμα οι οικογένειες που ζούσαν σε αυτές να καλούνται να εγκαταλείψουν το σπίτι τους.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα τελευταία χρόνια η κατάσταση μετακινήθηκε «από το ένα άκρο στο άλλο» — από μια περίοδο όπου το σύστημα δεν λειτουργούσε, σε ένα πλαίσιο που σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνύεται υπερβολικά αυστηρό.
«Η κοινωνία αγανάκτησε. Ο κόσμος αγανάκτησε. Και όταν μια κοινωνία αγανακτεί, η πολιτεία οφείλει να ακούσει», σημειώνει.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν είναι κοινωνικά δίκαιο κάποιος να χάνει την πρώτη κατοικία του και να συνεχίζει να χρωστά για μια ζωή, ούτε να μην έχει τη δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη.
Για τον λόγο αυτόν προτείνει συγκεκριμένες αλλαγές στο πλαίσιο.
Πρώτον, όπως αναφέρει, πρέπει να επανέλθει το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για την πρώτη κατοικία, ώστε να υπάρχει πραγματικός δικαστικός έλεγχος πριν προχωρήσει μια εκποίηση.
Δεύτερον, προτείνει να εξεταστεί σοβαρά η πλήρης διαγραφή του εναπομείναντος χρέους προς τον πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές σε περίπτωση εκποίησης της πρώτης κατοικίας.
Τρίτον, υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης των σχεδίων στήριξης για όσους επιδιώκουν να διασώσουν την πρώτη κατοικία τους.
Καταλήγοντας, ο κ. Καρούσος σημειώνει ότι αυτή είναι η θέση που θα στηρίξει και θα προωθήσει εντός της παράταξής του, τονίζοντας πως «στο τέλος της ημέρας η οικονομία πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία».
«Καμία οικονομία δεν μπορεί να είναι πραγματικά υγιής όταν διαλύει την κοινωνία», καταλήγει.