Σε σημερινή ανακοίνωσή τους, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες προχώρησαν σε διευκρινιστική ανακοίνωση σχετικά με ζητήματα που έχουν ανακύψει τις τελευταίες ημέρες γύρω από τον αφθώδη πυρετό, επισημαίνοντας ότι οι θανατώσεις ζώων συνεχίζονται κανονικά, με προτεραιότητα στις μονάδες βοοειδών όπου καταγράφονται έντονα κλινικά συμπτώματα της νόσου.
Όπως αναφέρουν, οι διαδικασίες πραγματοποιούνται αυστηρά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα και τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο τον άμεσο περιορισμό του ιού και την προστασία του ζωικού κεφαλαίου.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη σημερινή κινητοποίηση κτηνοτρόφων, που σχετίζεται με τη θετική μονάδα στην Αραδίππου και διευκρινίζουν πως η συγκεκριμένη εγκατάσταση δεν αποτελεί κτηνοτροφική μονάδα, αλλά χώρο ζωεμπόρου.
Παράλληλα, σημειώνει ότι πρόκειται για το μοναδικό επιβεβαιωμένο κρούσμα αυτή τη στιγμή στην περιοχή, γεγονός που καθιστά αναγκαία την άμεση και πλήρη εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων, όπως ορίζουν τα σχετικά πρωτόκολλα και η νομοθεσία.
Τονίζει, επίσης, ότι οποιαδήποτε παρεμπόδιση ή καθυστέρηση στη λήψη των μέτρων αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς της νόσου και θέτει σε κίνδυνο τις κτηνοτροφικές μονάδες της ευρύτερης περιοχής.
Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες απευθύνουν εκ νέου έκκληση προς τους κτηνοτρόφους να αποφεύγουν συγκεντρώσεις και μετακινήσεις, που δεν είναι απολύτως αναγκαίες, ενώ επισημαίνει πως τέτοιες πρακτικές ενδέχεται να ενισχύσουν τη διασπορά του αφθώδους πυρετού, ο οποίος θεωρείται μία από τις πιο μεταδοτικές ζωονόσους, με ιδιαίτερα υψηλή ικανότητα μετάδοσης μεταξύ των ζώων.
Επίσης, υπογραμμίζουν ότι αν και ο ιός δεν επηρεάζει την ανθρώπινη υγεία, ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας μεταφοράς του.
Διευκρινίζουν ακόμη ότι τα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης της νόσου εφαρμόζονται ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο, στη βάση των κατευθυντήριων οδηγιών των εμπειρογνωμόνων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ως εκ τούτου, αναφορές περί μη λήψης μέτρων «δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα».
Τέλος, τονίζουν ότι όλες οι ενέργειές τους υλοποιούνται στο πλαίσιο επιχειρησιακού σχεδιασμού και σε συνεχή συνεργασία με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Η προστασία και διαφύλαξη του ζωικού κεφαλαίου της χώρας παραμένει ύψιστη προτεραιότητα, με τις αρχές να καλούν όλους τους εμπλεκόμενους να επιδείξουν υπευθυνότητα και να τηρούν αυστηρά τα μέτρα βιοασφάλειας, αποφεύγοντας πρακτικές που ενδέχεται να διευκολύνουν τη μετάδοση του ιού», καταλήγουν.