Σύμφωνα με την απόφαση, ο διορισμός του Προέδρου και των μελών της ΕΔΥ συνιστά «πράξη κυβερνήσεως», μια νομική έννοια που στην πράξη σημαίνει πως τέτοιες αποφάσεις δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, καθώς απορρέουν απευθείας από τις συνταγματικές εξουσίες του αρχηγού του κράτους.
Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του Δικαστηρίου μετά από προσφυγή αιτητή, ο οποίος αμφισβήτησε τη νομιμότητα προαγωγής στη Δημόσια Υπηρεσία. Το επιχείρημα της πλευράς του αιτητή βασίστηκε στην αμφισβήτηση της ίδιας της συγκρότησης της ΕΔΥ, υποστηρίζοντας πως δύο μέλη της είχαν διοριστεί κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και με υπερβολική ανάμιξη της πολιτικής εξουσίας στη διοικητική λειτουργία του κράτους.
Το Δικαστήριο, υιοθετώντας τις θέσεις της Νομικής Υπηρεσίας, απέρριψε τους ισχυρισμούς, υπογραμμίζοντας πως η επιλογή των προσώπων για την ΕΔΥ αποτελεί αμιγώς πολιτική ή κυβερνητική λειτουργία. Ως εκ τούτου, η δικαιοσύνη δεν έχει αρμοδιότητα να παρέμβει ή να ακυρώσει αυτούς τους διορισμούς, αφού το Σύνταγμα παρέχει αυτή την αποκλειστική αρμοδιότητα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σκεπτικό της απόφασης σχετικά με το ασυμβίβαστο. Το Δικαστήριο ξεκαθάρισε πως η προηγούμενη υπηρεσία κάποιου στη θέση του Διευθυντή του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν αποτελεί κώλυμα για τον διορισμό του στην ΕΔΥ. Παράλληλα, δόθηκε μια σημαντική διευκρίνιση για την κομματική ιδιότητα: το να ανήκει κάποιος σε έναν κομματικό σχηματισμό δεν σημαίνει αυτόματα ότι κατέχει πολιτικό αξίωμα που ασκεί κρατική λειτουργία, επομένως δεν τίθεται ζήτημα παράβασης της διάκρισης των εξουσιών.
Την υπόθεση έφεραν εις πέρας για λογαριασμό του Γενικού Εισαγγελέα η Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Έλενα Παπαγεωργίου, μαζί με τις Δικηγόρους της Δημοκρατίας Τατιάνα Ιακωβίδου και Σίλια Χαραλάμπους.