Σύμφωνα με την ανακοίνωση, δεν υποβλήθηκε αίτημα αποφυλάκισης, καθώς –όπως αναφέρει– ο ίδιος και η ομάδα υπεράσπισής του δεν αναγνωρίζουν την καταδίκη ούτε δηλώνουν μετάνοια, υποστηρίζοντας ότι «διώχθηκε για τις πολιτικές του πεποιθήσεις».
Το Παρατηρητήριο προσθέτει ότι η αποφυλάκιση ήταν απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ αναφέρει πως έχει διευθετηθεί η άδεια παραμονής του από το Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και ανανεώθηκε το καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα, το οποίο –όπως σημειώνει– δεν είχε απωλέσει.
Το Παρατηρητήριο σημειώνει ότι ο Αγιάζ «ταλαιπωρήθηκε» από την κυπριακή δικαστική και εκτελεστική εξουσία, υποστηρίζοντας ότι συνελήφθη τον Μάρτιο του 2023 χωρίς να υπάρχει απόδειξη τέλεσης αξιόποινης πράξης. Ισχυρίζεται επίσης ότι «βασανίστηκε από το γερμανικό σύστημα» και ότι «καταδικάστηκε κατ’ εντολήν της κατοχικής Τουρκίας» και με την έγκριση του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Παράλληλα, αναφέρει ότι ο Αγιάζ είχε κρατηθεί για 17 χρόνια σε τουρκικές φυλακές χωρίς δίκη και ότι, δεδομένου πως –κατά τον ισχυρισμό του Παρατηρητηρίου– η ζωή και η ελευθερία του απειλούνται από το τουρκικό κράτος, «δεν έπρεπε να υποστεί αυτή την αδικία» στην Κύπρο, λόγω της ιστορίας της χώρας με κατοχή, προσφυγιά και διώξεις.
Το Παρατηρητήριο σημειώνει ακόμη ότι, αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, ο Αγιάζ επισκέφθηκε το μνήμα του Θεόφιλου Γεωργιάδη για να αποτίσει φόρο τιμής και να δηλώσει τη συνέχιση του αγώνα «για την ελευθερία της Κύπρου και του Κουρδιστάν», αναφερόμενος, μεταξύ άλλων, στη Ροζάβα και στην Κερύνεια.