Η νέα τροπολογία εστιάζει στη δίκαιη μεταχείριση των μονήρων γονέων και στην κατάρριψη του αυστηρού ορίου των €40.000.
Όταν ο νόμος «τιμωρεί» τη μονογονεϊκότητα
Με το βλέμμα στραμμένο στη μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που τίθεται σε ισχύ από το φορολογικό έτος 2026, η υφιστάμενη νομοθεσία φαίνεται πως αφήνει ακάλυπτη μια σημαντική μερίδα πολιτών: τους διαζευγμένους ή σε διάσταση γονείς. Σήμερα, στην περίπτωση που ο γονέας που έχει την κύρια φροντίδα των παιδιών διαθέτει χαμηλό ή μηδενικό εισόδημα, οι προβλεπόμενες φορολογικές εκπτώσεις για τα τέκνα, την κύρια κατοικία ή το ενοίκιο χάνονται οριστικά.
Την ίδια ώρα, ο άλλος γονέας, ο οποίος συχνά επωμίζεται το οικονομικό βάρος της στήριξης, αποκλείεται από αυτές τις ελαφρύνσεις αν το εισόδημά του ξεπερνά το ατομικό όριο των €40.000. Αυτό συμβαίνει ακόμη και αν το συνολικό «οικογενειακό» τους εισόδημα παραμένει εντός των ορίων που ισχύουν για τις υπόλοιπες οικογένειες, δημιουργώντας μια κατάφωρη αδικία εις βάρος των διαζευγμένων.
Μεταφορά δικαιώματος και δίκαιη μεταχείριση
Η πρόταση νόμου που κατέθεσε ο Αντρέας Θεμιστοκλέους έρχεται να διορθώσει αυτή την οικονομική στρέβλωση. Η κεντρική ιδέα της ρύθμισης είναι η θεσμοθέτηση της μεταφοράς του δικαιώματος των προσωπικών εκπτώσεων στον έτερο γονέα, όταν ο γονέας με την κύρια φύλαξη δεν μπορεί να τις αξιοποιήσει. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται ότι η κοινωνική στόχευση του κράτους φτάνει όντως στα παιδιά και στην οικία τους, ανεξάρτητα από το ποιος από τους δύο γονείς υποβάλλει τη φορολογική δήλωση.
Παράλληλα, η πρόταση εισάγει μια σημαντική καινοτομία: για αυτές τις ειδικές περιπτώσεις, παύει να ισχύει το ασφυκτικό ατομικό όριο των €40.000 που εφαρμόζεται για τα μονήρη άτομα. Αντ' αυτού, θα εφαρμόζεται αποκλειστικά το συνολικό οικογενειακό εισοδηματικό όριο, όπως αυτό καθορίζεται για όλες τις οικογένειες αναλόγως της κατάστασής τους. Η ρύθμιση είναι προσεκτικά σχεδιασμένη ώστε να μην επιτρέπει τη διπλή ωφέλεια, αλλά να εγγυάται ότι η φορολογική ελάφρυνση δεν θα «εξαφανίζεται» λόγω γραφειοκρατικών αγκυλώσεων.
Όπως επισημαίνεται και στην αιτιολογική έκθεση, η υφιστάμενη κατάσταση δημιουργεί ένα «κενό προστασίας» για ιδιάζουσες περιπτώσεις διαζευγμένων γονέων, ακυρώνοντας στην πράξη τον κοινωνικό χαρακτήρα της φορολογικής μεταρρύθμισης.