Η έρευνα, η οποία ξεκίνησε μετά από ανώνυμη καταγγελία, αποκαλύπτει μια σειρά από «κόκκινες σημαίες» που, ενώ ήταν ορατές στους φορολογικούς φακέλους, φαίνεται να αγνοήθηκαν επιδεικτικά από τις αρμόδιες αρχές.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται μια ασυνήθιστη αναθεώρηση συμφωνίας πώλησης ακινήτου το 2016, όπου η αρχική τιμή των 19,35 εκατομμυρίων ευρώ «κουρεύτηκε» μέσα σε μόλις έξι μήνες κατά 8,5 εκατομμύρια ευρώ, πέφτοντας στα 10,85 εκατομμύρια. Η δραματική αυτή μείωση, που αγγίζει το 44%, είχε ως αποτέλεσμα μια κερδοφόρα συναλλαγή να μετατραπεί σε λογιστική ζημιά 7,7 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία στη συνέχεια αξιοποιήθηκε για την εξάλειψη άλλων φορολογητέων κερδών του ιδιοκτήτη. Η Ελεγκτική Υπηρεσία σημειώνει ότι η μείωση αυτή συμπίπτει ακριβώς με το ποσό που θα λάμβαναν οι πωλητές αν ίσχυε η αρχική συμφωνία, γεγονός που παραπέμπει σε ενδεχόμενες πλασματικές συναλλαγές με στόχο τη φοροαποφυγή.
Η έκθεση καταγράφει επίσης ενδείξεις για τεχνητό «φούσκωμα» του κόστους ανέγερσης του ακινήτου, με την κεφαλαιοποίηση τόκων ακόμα και σε περιόδους που οι εργασίες είχαν ανασταλεί, σε αντίθεση με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι το συνολικό κόστος του έργου ανήλθε στα 47,7 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ένα σχεδόν διπλάσιο σε μέγεθος και παρόμοιας ποιότητας ακίνητο στην ίδια περιοχή κόστισε 5 εκατομμύρια ευρώ λιγότερα.
Το πλέον εντυπωσιακό εύρημα αφορά τον «κύκλο» που διέγραψε το ακίνητο, καθώς μετά από μια σειρά σύνθετων εταιρικών δομών και χρηματοδοτήσεων, κατέληξε ξανά στα χέρια της άμεσης οικογένειας του αρχικού ιδιοκτήτη. Παράλληλα, η έρευνα συνδέει την υπόθεση με το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα, σημειώνοντας ότι μέσω προνομιούχων μετοχών αντλήθηκαν κεφάλαια ύψους 62 εκατομμυρίων ευρώ, με αποτιμήσεις που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη «ζημιογόνα» πώληση του ακινήτου.
Ο Γενικός Ελεγκτής, Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, καλεί το Τμήμα Φορολογίας να προβληματιστεί σοβαρά για το πώς ένα τόσο εκτεταμένο πλέγμα προειδοποιητικών ενδείξεων και πράξεων εκατομμυρίων διέλαθε της προσοχής του. Η Υπηρεσία ζητά πλέον την πλήρη διερεύνηση της επιχειρηματικής λογικής πίσω από αυτές τις πράξεις, τον έλεγχο της κεφαλαιολογικής κατάστασης των εμπλεκομένων και, όπου κριθεί αναγκαίο, την ενημέρωση της ΜΟΚΑΣ για περαιτέρω ενέργειες.