Η απόφαση εκδόθηκε με πέντε από τους οκτώ δικαστές να κρίνουν ότι ήταν ορθή η παύση της Βαρωσιώτου από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ οι υπόλοιποι τρεις συμπεριλαμβανομένου και του Προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, Αντώνη Λιάτσου, τάχθηκαν υπέρ της ενιστάμενης.
Στην απόφαση, που λήφθηκε κατά πλειοψηφία, αναφέρεται πως ο διορισμός υπό δοκιμασία δεν καθίσταται αυτοδικαίως μόνιμος, σημειώνοντας πως απαιτείται νέα, ρητή και θετική απόφαση του ΑΔΣ μετά τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου, η οποία στην προκειμένη περίπτωση έληγε την 1η Ιουλίου του 2025. Σημειώνεται ακόμη πως η μη μονιμοποίηση δικαστή υπό δοκιμασία αποτελεί νόμιμη εξουσία του ΑΔΣ, δεν συνιστά πειθαρχική διαδικασία και μπορεί να βασιστεί σε συνολική αξιολόγηση επάρκειας, συμπεριφοράς και καταλληλότητας, υπό την προϋπόθεση ότι είναι αιτιολογημένη και προϊόν δίκαιης και ορθής διαδικασίας και απορρίπτεται η ένταση στο σύνολό της.
«Η απόφαση του Συμβουλίου δεν είναι ομόφωνη. Την απόφαση της πλειοψηφίας, των μελών Ψαρά-Μιλτιάδου, Σάντη, Χατζηγιάννη, Γεωργίου και Καλλιγέρου, θα δώσει η Ψαρά-Μιλτιάδου. Η απόφαση της μειοψηφίας, του Προέδρου και των μελών Οικονόμου και Καρακάννα, θα δοθεί από εμένα», είπε ο Πρόεδρος του σώματος κατά την έναρξη της διαδικασίας.
Η προσπάθεια θα συνεχίσει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο
Εξερχόμενος του δικαστηρίου, ο συνήγορος της κ. Βαρωσιώτου, Αχιλλέας Δημητριάδης, προανήγγειλε ότι η δικαστική μάχη θα συνεχιστεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο.
«Στην ευρωπαϊκή Κύπρο όπου ζούμε, ο δρόμος για τη δικαιοσύνη δεν σταματά στη Λευκωσία. Προχωρά και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, στο Στρασβούργο. Υπό το φως του κειμένου της διιστάμενης άποψης, ιδίως όσον αφορά τη μη παραπομπή του ερωτήματος, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο», νομίζω ότι η προσπάθεια αυτή θα συνεχίσει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο», είπε συγκεκριμένα.
Σύμφωνα με τον Αχιλλέα Δημητριάδη, «στο τέλος της ημέρας, το ΕΔΑΔ θα κληθεί να δικάσει την ορθότητα της απόφασης αυτών των δικαστών, υπό το πρίσμα της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», για να σημειώσει πως «πρέπει να διαβάσουμε με σοβαρότητα την απόφαση και να κάνουμε τις επόμενες μας ενέργειες, όπως πρέπει».
Σημείωσε, τέλος, το «πρωτοφανές της υπόθεσης», που είχε να κάνει με τη δημοσιοποίηση όλων των δικογράφων και των αποφάσεων, πράγμα που συνάδει με την έννοια της διαφάνειας και της δικαιοσύνης.
Από την πλευρά της κ. Βαρωσιώτου δεν θέλησε να σχολιάσει τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, ωστόσο, θέλησε να ευχαριστήσει δημοσίως το δικηγόρο της, Αχιλλέα Δημητριάδη και την ομάδα του γραφείου του, για την βοήθεια, στήριξη, συμπαράσταση και παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιον Δικαστηρίου.
Το σκεπτικό της κατά πλειοψηφία απόφασης
Την κατά πλειοψηφία απόφαση ανέγνωσε η Δικαστής, Τασία Ψαρά-Μιλτιάδου, η οποία είπε πως το Δικαστήριο έκρινε ότι ο διορισμός δικαστή υπό δοκιμασία είναι «νόμιμος, έγκυρος και απολύτως συμβατός» με το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις θεμελιώδεις εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας.
Όπως ανέφερε η κ. Ψαρά-Μιλτιάδου, σύμφωνα με την απόφαση, ο διορισμός πραγματοποιήθηκε από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ανεξάρτητο όργανο της ανώτατης βαθμίδας της Δικαιοσύνης, κατόπιν διαφανούς, προκαθορισμένης και πολυσταδιακής διαδικασίας, με σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, υπογραμμίζοντας ότι ο υπό δοκιμασία δικαστής «ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία και αμεροληψία, όπως κάθε άλλος δικαστής, εμφανίζεται ως ανεξάρτητος και προς τα έξω, με βάση το αντικειμενικό κριτήριο του μέσου, ενημερωμένου και δίκαια σκεπτόμενου παρατηρητή.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο γεγονός ότι ο διορισμός υπό δοκιμασία δεν καθίσταται αυτοδικαίως μόνιμος, σημειώνοντας πως απαιτείται νέα, ρητή και θετική απόφαση του ΑΔΣ μετά τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου, η οποία στην προκειμένη περίπτωση έληγε την 1η Ιουλίου του 2025.
Έλλειψη εννόμου συμφέροντος της ενιστάμενης
Το δικαστήριο έκρινε ότι η ενιστάμενη δεν διαθέτει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει τον διορισμό της, καθώς τον αποδέχθηκε ρητά και χωρίς καμία επιφύλαξη, έδωσε τον προβλεπόμενο δικαστικό όρκο, ενώ άσκησε καθήκοντα επικαλούμενη τον εν λόγω όρκο.
Εξάλλου, σύμφωνα με την κατά πλειοψηφία απόφαση εφαρμόστηκε το δόγμα της απαγόρευσης της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας (approbation and reprobation), με το Δικαστήριο να επισημαίνει ότι δεν είναι επιτρεπτό κάποιος να αποκομίζει όφελος από έναν διορισμό και εκ των υστέρων να τον αμφισβητεί.
Η κ.Ψαρά-Μιλτιάδου ανέφερε επίσης ότι η απόφαση ξεκαθαρίζει ότι η μη μονιμοποίηση δικαστή υπό δοκιμασία αποτελεί νόμιμη εξουσία του ΑΔΣ, δεν συνιστά πειθαρχική διαδικασία και μπορεί να βασιστεί σε συνολική αξιολόγηση επάρκειας, συμπεριφοράς και καταλληλότητας, υπό την προϋπόθεση ότι είναι αιτιολογημένη και προϊόν δίκαιης και ορθής διαδικασίας.
Εξάλλου, αιτιολογείται εκτενώς η απόφαση του σώματος να μην παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίνοντας ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Όπως αναφέρει η απόφαση, «η υποχρέωση παραπομπής δεν ισχύει όταν το ζήτημα δεν είναι καθοριστικό για την έκδοση της απόφασης, έχει ήδη κριθεί από το ΔΕΕ (acte éclairé) ή όταν η ορθή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου είναι προφανής και απαλλαγμένη εύλογης αμφιβολίας (acte clair – CILFIT)».
«Τα προτεινόμενα ερωτήματα κρίθηκαν γενικά, αφηρημένα και μη αναγκαία, καθώς επιχειρούσαν να αποσπάσουν από το ΔΕΕ γενική γνωμοδότηση για το σύστημα διορισμού δικαστών, ενώ υπάρχει ήδη πλούσια και σαφής νομολογία για τη δικαστική ανεξαρτησία», αναφέρει η απόφαση.
Η δικαστής Ψαρά-Μιλτιάδου υπογράμμισε ότι τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, η αποδοχή του δοκιμαστικού διορισμού, η απουσία νέας πράξης μονιμοποίησης και οι επαρκείς εγγυήσεις ανεξαρτησίας, «σφραγίζουν» το αποτέλεσμα και καθιστούν μη αναγκαία την παραπομπή, ενώ καταληκτικά απέρριψε την ένσταση στο σύνολό της.
Χωρίς συνταγματική βάση – Έπρεπε να τεθεί ερώτημα στο ΔΕΕ, λέει η μειοψηφία
Σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και δικαστικής ανεξαρτησίας εγείρει η απόφαση της μειοψηφίας του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου επί της ένστασης Βαρωσιώτου, την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Σώματος ο Πρόεδρός του, Αντώνης Λιάτσος.
Η μειοψηφία αμφισβητεί ευθέως τη νομιμότητα της μακρόχρονης πρακτικής διορισμού δικαστών με δοκιμαστική περίοδο, τονίζοντας ότι αυτή δεν προβλέπεται ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι ενδέχεται να πλήττει τον πυρήνα της δικαστικής ανεξαρτησίας, όπως αυτή κατοχυρώνεται και από τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Σύμφωνα με τη μειοψηφία, το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο δεν αποκλείει κατ’ αρχήν τον δοκιμαστικό ή ορισμένου χρόνου διορισμό δικαστών, μόνο όμως υπό αυστηρές προϋποθέσεις, και οι αποφάσεις για επιλογή, επιβεβαίωση ή μη μονιμοποίηση πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά, εκ των προτέρων καθορισμένα κριτήρια, ενώ πρέπει να ισχύουν οι ίδιες διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται για την παύση μόνιμου Δικαστή.
Η θέση αυτή, επεσήμανε, επιβεβαιώνεται τόσο από τα κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης όσο και από τη Γνωμοδότηση 403/2006 της Επιτροπής Βενετίας.
Όπως τονίζει στην απόφασή της η μειοψηφία, το ζήτημα της δοκιμαστικής περιόδου δικαστών τίθεται για πρώτη φορά ουσιαστικά προς κρίση, με πλήρη ανάπτυξη επιχειρημάτων εκατέρωθεν, κάτι που είχε ήδη αναγνωριστεί ομόφωνα σε ενδιάμεση απόφαση του ίδιου οργάνου, ημερομηνίας 12.9.2025.
Ο κ. Λιάτσος υπενθύμισε ότι το Άρθρο 7 του Ν. 14/1960 προβλέπει ρητά πως οι Επαρχιακοί Δικαστές είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας, ενώ το Σύνταγμα και ο νόμος δεν προβλέπουν διορισμό «επί δοκιμασία», παρά μόνο προσωρινό διορισμό σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Εξάλλου, πρόσθεσε πως η δε μακρόχρονη πρακτική δοκιμαστικών διορισμών δεν αρκεί για τη δημιουργία εθίμου, ιδίως υπό το φως των μεταβολών στη διάρκειά της και της απουσίας γενικής πεποίθησης περί νομικής δεσμευτικότητας.
Σε αντίθεση με τη Δημόσια Υπηρεσία, όπου ο νόμος προβλέπει ρητά δοκιμαστική περίοδο με σαφή κριτήρια και εγγυήσεις, για τους Δικαστές δεν υφίσταται αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο, γεγονός που -κατά τη μειοψηφία- ενέχει κινδύνους αυθαιρεσίας και υπέρμετρης διακριτικής ευχέρειας.
Παράλληλα, η μειοψηφία απέρριψε την ερμηνεία ότι ο όρος «τερματισμός της υπηρεσίας» στο Άρθρο 157.2 του Συντάγματος καλύπτει και τη μη μονιμοποίηση Δικαστή επί δοκιμασία, επισημαίνοντας ότι αφορά μόνο διορισμούς με ειδικούς όρους, που καθορίζονται σε έγγραφο διορισμού.
Καταληκτικά, ο κ. Λιάτσος ανέφερε πως η μειοψηφία κρίνει ότι λόγω της πολυπλοκότητας και της μη προφανούς απάντησης στο ερμηνευτικό ζήτημα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο όφειλε να παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τη νομολογία Cilfit και Dhahbi.
Υπενθυμίζεται ότι η κ. Βαρωσιώτου διορίστηκε την 1η Ιουλίου του 2023 ως δικαστής με προσωρινό καθεστώς.
Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι δεν πληρούσε τα απαιτούμενα κριτήρια για μονιμοποίηση και προχώρησε στον τερματισμό του διορισμού της τον Ιούλιο του 2025.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ