Η σημερινή απόφαση του Εκτελεστικού Γραφείου του ΔΗΣΥ για την αναστολή της συμμετοχής των εν αργία Δημάρχων Πάφου, Φαίδωνος Φαίδωνος, και Λευκονοίκου, Πιερή Γυψιώτη, από τα συλλογικά όργανα του κόμματος, εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Το κόμμα επικαλείται τον σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας και παραπέμπει τη διερεύνηση των υποθέσεων αποκλειστικά στις ανακριτικές αρχές και τη Δικαιοσύνη, επαναλαμβάνοντας τη θέση αρχής ότι «πρέπει να διερευνηθούν όλα και όλοι».
Η διατύπωση αυτή, όμως, δεν λειτουργεί σε πολιτικό κενό. Αντίθετα, αξιολογείται με βάση την εμπειρία των πολιτών από τη λειτουργία των θεσμών τα προηγούμενα χρόνια. Η κυπριακή κοινωνία έχει επανειλημμένα βρεθεί αντιμέτωπη με υποθέσεις που άνοιξαν, χωρίς να κλείσουν πειστικά, με έρευνες που καθυστέρησαν και με θεσμικές διαδικασίες που δεν κατάφεραν να εμπεδώσουν αίσθημα ισονομίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σύντομη αναφορά στην υπόθεση Νίκου Σύκα λειτουργεί υπενθυμιστικά. Όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως παράδειγμα της δυσκολίας των θεσμών να πείσουν ότι το «όλα και όλοι» εφαρμόζεται με συνέπεια και χωρίς εξαιρέσεις.
Η υπόθεση Φαίδωνος και Γυψιώτη αποτελεί, επομένως, μια ακόμη δοκιμασία αξιοπιστίας. Η απόφαση του Εκτελεστικού Γραφείου είναι διαδικαστικά σαφής, αλλά πολιτικά αμυντική. Δεν απαντά στο βασικό ερώτημα που τίθεται από την κοινωνία: κατά πόσο οι θεσμοί διαθέτουν τη βούληση και την ικανότητα να ολοκληρώσουν τις διερευνήσεις με ταχύτητα, διαφάνεια και χωρίς πολιτικές σκιάσεις.
Καθώς οδεύουμε προς τις βουλευτικές εκλογές, τέτοιες τοποθετήσεις αποκτούν αναπόφευκτα προεκλογική διάσταση. Οι πολίτες δεν αξιολογούν μόνο τις σημερινές δηλώσεις, αλλά και το θεσμικό αποτύπωμα της περιόδου διακυβέρνησης. Σε αυτό το πλαίσιο, το σύνθημα «να διερευνηθούν όλα και όλοι» δεν κρίνεται από τη διατύπωσή του, αλλά από τη συνέπεια με την οποία εφαρμόζεται.